Φτιάχνοντας τον Εαυτό μας φτιάχνουμε τον κόσμο όλον.

Το αν θα λύσεις το πρόβλημα γίνεται μόνο αν θα κατανοήσεις την ύπαρξη του ιδίου του προβλήματος…αλλιώς δεν χρειάζεσαι προβληματισμούς. ”.».

Διαύγεια… Ονειρα… Αφύπνιση... (Ά ΜΕΡΟΣ).…

Το να ξεχωρίσεις τι είναι πραγματικότητα μέσα στο όνειρο είναι το ίδιο με το να ξεχωρίσεις την πραγματικότητα όταν βρίσκεσαι ξύπνιος… ….

Π Ρ Ο Π Α Γ Α Ν Δ Α ( 'Β ΜΕΡΟΣ )

Πολλοί πολιτικοί αναλυτές μετά από χρόνια διαπίστωσαν πως το πραγματικό κίνητρο του Β΄ παγΜΟμίου πολέμου ήταν το ότι κάποιες χώρες της Νέας Τάξης θα είχαν οικονομικά οφέλη, όπως η Αμερική που μετά από το κραχ του 1929.

Ο Ποσειδώνας στους Ιχθείς 2012-2025, μια ιδανική στιγμή για την παγκοσμιοποίηση;;;

Λέγετε πως τα παιδιά που θα γεννηθούν αυτήν την συγκεκριμένη περίοδο θα ανοίξουν νέους ορίζοντες για μια ¨νέα εποχή¨ ( αν και όχι απαραίτητα πάντα καλή ).

Παρασκευή 11 Αυγούστου 2017

Πως να φτιάξεις ένα σύμπαν που δε θα καταρρεύσει μετά από δύο μέρες - Philip K. Dick




Όταν έγραφα ιστορίες και μυθιστορήματα που ρωτούσαν «τι είναι πραγματικότητα;», πάντα ήλπιζα πως κάποια μέρα θα πάρω μια απάντηση. Αυτή ήταν και η ελπίδα των περισσότερων από τους αναγνώστες μου. Τα χρόνια πέρασαν. Έγραψα πάνω από 30 μυθιστορήματα και πάνω από εκατό ιστορίες, αλλά ακόμα δεν μπόρεσα να καταλάβω τι είναι πραγματικό και τι όχι. Μια μέρα, μια φοιτήτρια σε πανεπιστήμιο του Καναδά μου ζήτησε να της ορίσω τι εστί πραγματικότητα, για μια εργασία που έγραφε στο μάθημα της φιλοσοφίας. Το σκέφτηκα λίγο και τελικά της είπα, «Πραγματικότητα είναι αυτό, που ακόμα και όταν σταματάς να το πιστεύεις δε φεύγει». Αυτό ήταν ό, τι καλύτερο μπορούσα να σκεφτώ. Το περιστατικό συνέβη το 1972. Από τότε, δεν έχω καταφέρει να ορίσω την πραγματικότητα με μεγαλύτερη σαφήνεια.


Αλλά το πρόβλημα είναι πραγματικό, όχι ένα απλό διανοητικό παιχνίδι. Γιατί σήμερα ζούμε σε μια κοινωνία όπου πλαστές πραγματικότητες κατασκευάζονται από τα μίντια, τις κυβερνήσεις, τις μεγάλες πολυεθνικές, τις θρησκείες, ενώ υπάρχει η τεχνολογική υποδομή να μεταφέρονται οι ειδήσεις αυτές κατευθείαν μέσα στο μυαλό του αναγνώστη, του τηλεθεατή, του ακροατή. Μερικές φορές, όταν παρακολουθώ την 11χρονη κόρη μου να βλέπει τηλεόραση, αναρωτιέμαι τι διδάσκεται εκείνη την ώρα. Το πρόβλημα της λάθος κατανόησης, σκεφτείτε το λίγο. Ένα τηλεοπτικό πρόγραμμα που δημιουργήθηκε για ενηλίκους παρακολουθείται από ένα μικρό παιδί. Τα μισά απ΄ όσα λέγονται και γίνονται πιθανώς παρανοούνται από το παιδί. Ίσως παρανοούνται όλα. Και το θέμα είναι, πόσο αυθεντικές ήταν οι πληροφορίες που παρουσιάζονταν εξ’ αρχής, έστω κι αν το παιδί ήταν ικανό να τις κατανοήσει όλες;

 Ποια είναι η σχέση μεταξύ μιας τυπικής τηλεοπτικής κωμωδίας με την πραγματικότητα; Ή των κάθε λογής εκπομπών με μπάτσους; Αυτοκίνητα που βγαίνουν εκτός ελέγχου, τρακάρουν και πιάνουν φωτιά. Οι αστυνομικοί είναι πάντα οι καλοί της υπόθεσης και πάντα κερδίζουν. Μην αγνοείτε αυτό το σημείο. Οι αστυνομία πάντα κερδίζει. Καλό μάθημα αυτό. Δεν πρέπει να πολεμάς την εξουσία και ακόμα κι αν τολμήσεις να το κάνεις, θα χάσεις. Το μήνυμα εδώ είναι να είσαι παθητικός. Και να συνεργάζεσαι. Αν ο Αστυνόμος Μπερέτα σου ζητήσει πληροφορίες, να του τις δώσεις, γιατί ο Αστυνόμος Μπερέτα είναι καλός άνθρωπος και πρέπει να τον εμπιστεύεσαι. Σε αγαπάει, και θα πρέπει να τον αγαπάς κι εσύ.


Οπότε στα γραπτά μου ρωτάω, τι είναι πραγματικό; Βομβαρδιζόμαστε ασταμάτητα από ψευδο-πραγματικότητες κατασκευασμένες από πολύ έξυπνους ανθρώπους που έχουν στη διάθεσή τους πολύ εξελιγμένους ηλεκτρονικούς μηχανισμούς. Δεν είμαι καχύποπτος σχετικά με τα κίνητρά τους. Είμαι καχύποπτος σχετικά με τη δύναμή τους. Έχουν πολύ από δαύτη. Και πρόκειται για τρομερή δύναμη: της δημιουργίας ολόκληρων κόσμων, κόσμων του μυαλού. Θα έπρεπε να ξέρω. Κάνω το ίδιο πράγμα. 
Είναι η δουλειά μου να φτιάχνω σύμπαντα, σαν τις βάσεις των μυθιστορημάτων μου. Και πρέπει να τα φτιάχνω με τέτοιο τρόπο ώστε να μην καταρρεύσουν δυο μέρες μετά. Ή τουλάχιστον αυτό ελπίζουν οι εκδότες μου. Παρόλα αυτά, θα σας εκμυστηρευτώ ένα μυστικό: μου αρέσει να χτίζω σύμπαντα που καταρρέουν. Μου αρέσει να τα βλέπω να ξεκολλάνε και μου αρέσει να βλέπω πως αντιμετωπίζουν αυτό το πρόβλημα οι χαρακτήρες των ιστοριών. Τρέφω μια μυστική αγάπη για το Χάος. Θα έπρεπε να υπάρχει περισσότερο. Μην πιστεύετε – και το λέω αυτό με τη μεγαλύτερη σοβαρότητα- και μην υποθέτετε πως η τάξη και η σταθερότητα είναι πάντα θετικά στοιχεία, σε μια κοινωνία ή σε ένα σύμπαν. 

Το παλιό, το σκουριασμένο, πρέπει πάντα να δίνει τη θέση του σε νέα ζωή και στη γέννηση νέων πραγμάτων. Προτού γεννηθεί το νέο, πρέπει να εξαλειφθεί το παλιό. Αυτή είναι μια πολύ επικίνδυνη συνειδητοποίηση, γιατί αυτό που ουσιαστικά μας λέει είναι πως πρέπει σε κάποια φάση να χωρίσουμε με οτιδήποτε μας είναι γνώριμο. Και αυτό πονάει. Αλλά είναι κομμάτι του σεναρίου της ζωής. Και εκτός και αν μπορέσουμε να ενσωματώσουμε ψυχολογικά την αλλαγή, τότε αρχίζουμε κι εμείς να πεθαίνουμε, εσωτερικά. Αυτό που λέω είναι πως τα αντικείμενα, οι συνήθειες, και οι παραδόσεις πρέπει να εξαλειφθούν έτσι ώστε να μπορέσει να ζήσει το αυθεντικό ανθρώπινο ον. Και είναι αυτό το αυθεντικό ανθρώπινο ον που μετράει περισσότερο απ’ όλα αυτά, ο βιώσιμος, ελαστικός αυτός οργανισμός που μπορεί να σηκωθεί στα πόδια του αφού πέσει, που μπορεί να αφομοιώσει και να κατανοήσει το νέο.


Ο προ-Σωκρατικός φιλόσοφος Παρμενίδης δίδασκε πως τα μόνα πράγματα που είναι αληθινά είναι αυτά που δεν αλλάζουν ποτέ… και ο προ-Σωκρατικός φιλόσοφος Ηράκλειτος δίδασκε ότι «τα πάντα ρει». Αν αντιπαραβάλουμε τις δύο αυτές διδαχές τότε καταλήγουμε στο εξής αποτέλεσμα: Τίποτα δεν είναι αληθινό. Βέβαια αυτός ο δρόμος σκέψης δε σταματάει εδώ: Ο Παρμενίδης δεν θα μπορούσε να έχει υπάρξει γιατί μεγάλωσε και γέρασε και πέθανε και εξαφανίστηκε, οπότε, σύμφωνα με τις διδαχές του, δεν υπήρξε, δεν ήταν αληθινός. Και ο Ηράκλειτος μπορεί να είχε δίκιο, ας μην το ξεχνάμε αυτό, οπότε αν ο Ηράκλειτος είχε δίκιο, τότε ο Παρμενίδης όντως υπήρξε, άρα, σύμφωνα με τις διδαχές του Ηράκλειτου, ίσως ο Παρμενίδης να είχε δίκιο, εφόσον ο Παρμενίδης εκπλήρωνε τις συνθήκες, τα κριτήρια, με τα οποία ο Ηράκλειτος έκρινε αν τα πράγματα ήταν αληθή ή όχι.


Τα λέω αυτά, μόνο και μόνο για να δείξω ότι όταν ξεκινάς να ρωτάς τι είναι πραγματικό και τι όχι τότε αρχίζεις να μπλέκεις με ανοησίες. Ο David Hume, ο μεγαλύτερος σκεπτικός απ’όλους, παρατήρησε μια φορά πως μετά από μια συνάντηση Σκεπτικών φιλοσόφων για να ανακηρύξουν την εγκυρότητα του σκεπτικισμού σαν φιλοσοφικό ρεύμα, όλα τα μέλη της συνάντησης έφυγαν από το χώρο χρησιμοποιώντας την πόρτα, και όχι το παράθυρο. Καταλαβαίνω αυτό που ήθελε να πει ο Hume. Όλα ήταν μόνο λόγια. Οι σοβαροί φιλόσοφοι δεν έπαιρναν αυτά που έλεγαν στα σοβαρά.


[…]




Το βασικό εργαλείο για τον χειρισμό της πραγματικότητας είναι ο χειρισμός των λέξεων. Αν μπορείς να ελέγχεις τον ορισμό των λέξεων, ελέγχεις τους ανθρώπους που χρησιμοποιούν αυτές τις λέξεις. Ο Όργουελ το έδειξε ξεκάθαρα αυτό στο 1984. Άλλος ένας τρόπος να ελέγχεις τα μυαλά των ανθρώπων είναι να ελέγχεις τις αντιλήψεις τους. Αν καταφέρεις να τους κάνεις να βλέπουν τον κόσμο όπως εσύ, τότε θα σκέφτονται όπως εσύ. Η κατανόηση ακολουθεί την αντίληψη.


Και πως τους κάνεις να βλέπουν την πραγματικότητα που βλέπεις κι εσύ; Εξάλλου, είναι απλά μία πραγματικότητα ανάμεσα σε όλες τις άλλες.


Οι εικόνες είναι ένα βασικό συστατικό: εικόνες. Αυτός είναι ο λόγος που η δύναμη της τηλεόρασης να επηρεάζει τα μυαλά των ανθρώπων, είναι τόσο μεγάλη. Εικόνες και λέξεις συγχρονίζονται. Υπάρχει η πιθανότητα πλήρους ελέγχου του τηλεθεατή, ειδικά του νεαρού τηλεθεατή. Η θέαση της τηλεόρασης είναι παρόμοια με την υπνοθεραπεία. Ένα εγκεφαλογράφημα κάποιου που βλέπει τηλεόραση δείχνει πως μετά από μισή ώρα το μυαλό αποφασίζει πως δεν συμβαίνει τίποτα και μπαίνει σε μια ενδιάμεση κατάσταση ύπνου-ξύπνιου, εκπέμποντας κύματα Άλφα. Αυτό συμβαίνει επειδή τα μάτια δεν κινούνται πολύ. Επίσης, πολλές από τις πληροφορίες είναι σε μορφή εικόνων και άρα περνάνε για επεξεργασία στο δεξί ημισφαίριο του εγκεφάλου αντί να επεξεργάζονται από το αριστερό, όπου εδρεύει η συνειδητή προσωπικότητα. Πρόσφατα πειράματα δείχνουν πως τα περισσότερα από αυτά που βλέπουμε στην τηλεόραση περνάνε κατευθείαν στο υποσυνείδητο. Απλά φανταζόμαστε πως βλέπουμε συνειδητά αυτά που γίνονται. Η πλειοψηφία των μηνυμάτων διαφεύγουν της προσοχής μας. Κυριολεκτικά, μετά από μερικές ώρες καθισμένοι μπροστά από την τηλεόραση, δεν ξέρουμε καν τι είδαμε. Οι αναμνήσεις μας είναι σποραδικές, όπως οι αναμνήσεις των ονείρων. Τα κενά γεμίζονται εκ των υστέρων συνήθως με ψευδείς «αναμνήσεις»*.


Συμμετέχουμε, χωρίς τη θέλησή μας, στην κατασκευή μιας ψευδούς πραγματικότητας και στη συνέχεια την καταβροχθίζουμε με λαιμαργία.

*ΣτΜ: Όσοι είστε υπερβολικά cool για την τηλεόραση, απλά αντικαταστήστε την λέξη με την οθόνη του υπολογιστή/laptop/smartphone σας. Δεν έχει αλλάξει κάτι.


Μετάφραση αποσπάσματος από το κείμενο του Philip K. Dick "How to Build a Universe That Doesn't Fall Apart Two Days Later", 1978. Διαβάστε ολόκληρο το κείμενο ΕΔΩ




Βροχή Περσείδων 2017: Πότε θα δούμε τα περισσότερα «πεφταστέρια» φέτος



Φαντασμαγορικό αναμένεται να είναι και φέτος το θέαμα που θα μας προσφέρει η ουράνια κοσμική βροχή μετεώρων, οι γνωστές Περσείδες. Το μοναδικό φαινόμενο που θα είναι ορατό τόσο στην Ελλάδα όσο και την Κύπρο, αναμένεται να κορυφωθεί το Σάββατο 12 Αυγούστου, και συγκεκριμένα από αργά το βράδυ του Σαββάτου μέχρι τα ξημερώματα της Κυριακής 13 Αυγούστου.



Τα «πεφταστέρια» άρχισαν να πέφτουν στις 17 Ιουλίου 2017 και θα συνεχίσουν να... βρέχουν τον πλανήτη μας έως τις 24 Αυγούστου 2017.

Το εντυπωσιακό αστρονομικό φαινόμενο συμβαίνει γιατί αυτές τις μέρες η Γη διασχίζει την τροχιά του κομήτη 109P/Swift-Tuttle που είναι γεμάτη από τα υπολείμματά του τα οποία απομένουν ενώ περιστρέφεται γύρω από τον Ήλιο. Συνήθως τα μετέωρα των Περσείδων αγγίζουν τα 60-100 ανά ώρα, αλλά κάποιες φορές μπορεί να φτάσουν τα 150-160 ανά ώρα.

Εάν το σημείο όπου βρίσκεται ο παρατηρητής είναι καλό και ο ουρανός δεν έχει σύννεφα, τότε το θέαμα θα είναι πραγματικά ανεπανάληπτο όσο και σπάνιο, αφού μια τόσο λαμπερή ουράνια βροχή αναμένεται να επαναληφθεί σε 96 χρόνια. Οι ειδικοί προτείνουν να επιλέξετε σημείο χωρίς φωτορύπανση, και καλύτερα είναι να το κάνετε λίγο πριν από την αυγή.

 Σε κάθε περίπτωση μπορείτε να τηρήσετε την παράδοση που λέει να κάνετε μια ευχή την ώρα που τα βλέπετε να πέφτουν, και αυτή θα πραγματοποιηθεί. Ποιος ξέρει...


Ορίζοντας τον έρωτα: ένα Λιαντινικό αίνιγμα


Γράφει: Κώστας Παπαχρήστου


1. Ο «γρίφος» του έρωτα


Στο κεφάλαιο με τίτλο «Μικρός Κριτής» του βιβλίου «Γκέμμα», τελευταίου και πιο σημαντικού, από φιλοσοφική και λογοτεχνική άποψη, συγγράμματος του Δημήτρη Λιαντίνη, ο φιλόσοφος προτείνει τον πιο αινιγματικό, ίσως, ορισμό της έννοιας του έρωτα που θα μπορούσε κάποιος να επινοήσει:

«Έρωτας είναι η τέχνη του να φεύγεις»

(χωρίς τόνο στο «του» – κι αυτό έχει τη σημασία του, όπως θα δούμε αργότερα). Αλλά, να φεύγεις πώς;

«Έτσι, που η σφαγή που θα νιώθεις να είναι πολύ πιο σφαγερή από τη σφαγή που νιώθει ο σύντροφος που αφήνεις» («Γκέμμα», σελ. 170).

Ο Λιαντίνης δεν δείχνει πρόθυμος στη συνέχεια να αναλύσει περαιτέρω τον – κάθε άλλο παρά συμβατικό – ορισμό του. Περιγράφει με απίστευτη λογοτεχνική δεινότητα την ερωτική συμπεριφορά (κυρίως σε ό,τι αφορά τον άντρα), όμως η ίδια η έννοια του έρωτα, έτσι όπως εκείνος επιχειρεί να την ορίσει, παραμένει αινιγματική.

Οι ακαδημαϊκοί του φιλοσοφικού χώρου, που θα μπορούσαν ίσως να μας δώσουν μια αξιόπιστη ερμηνεία του ορισμού, απέφυγαν, γενικά, να ασχοληθούν στο βάθος που θα έπρεπε με το έργο του Λιαντίνη. (Κάτι ήξεραν: Κάποιοι από τον ακαδημαϊκό χώρο των θετικών επιστημών, που επιχείρησαν να μιλήσουν με όχι προσωπολατρικό τρόπο για τον Λιαντίνη, το πλήρωσαν με σκληρές επιθέσεις εναντίον τους – συχνά στα όρια του προσωπικού εξευτελισμού – από τους σκληροπυρηνικούς οπαδούς του φιλοσόφου…)

Από την άλλη, οι μαθητές και, εν γένει, οι θαυμαστές του Λιαντίνη αντιμετωπίζουν τον ορισμό αυτό του έρωτα ως θέσφατο, είτε αποφεύγοντας να τον ερμηνεύσουν με τρόπο πειστικό, είτε ακόμα και δίνονταςαυθαίρετες ερμηνείες (κάπου διάβασα, π.χ., ότι «πρέπει να βρίσκουμε τη δύναμη να φεύγουμε από μια ερωτική σχέση που μας πληγώνει»!). Δεν γνωρίζω αν ο ίδιος ο Λιαντίνης έδωσε μια εξήγηση σε κάποια από τις διαλέξεις του (ας με διαφωτίσουν εδώ οι αναγνώστες). Η μελέτη του βιβλίου, πάντως, δεν οδηγεί σε μια πιο ξεκάθαρη εικόνα…

Το βέβαιο είναι ότι ο αινιγματικός αυτός ορισμός δεν επιδέχεται μονοσήμαντη κι απόλυτη ερμηνεία. Θα επιχειρήσουμε στη συνέχεια να προτείνουμε κάποιες δικές μας ερμηνείες, χωρίς να ισχυριζόμαστε, φυσικά, ότι θα τις προσυπέγραφε ο ίδιος ο Λιαντίνης! Αυτό που θα ήθελα, πάντως, να τονίσω εξαρχής είναι ότι δεν συνδέω τον ορισμό αυτό του Λιαντίνη με τον γνωστό Λιαντινικό συσχετισμό του έρωτα μετην καταστροφή, την οδύνη και τον θάνατο. Αυτά μπορεί να αποτέλεσαν και να αποτελούν αντικείμενα της Τέχνης, το ίδιο το βίωμά τους, όμως, δεν μπορεί να συνιστά τέχνη! Και ο Λιαντίνης ζύγιζε πολύ προσεχτικά τις λέξεις του..

2. Ο ιδανικός εραστής

Στον «Μικρό Κριτή», ο Λιαντίνης ορίζει ως ιδανικό εραστή εκείνον που μπορεί να κατανοήσει τη σύνθετη,πολυοργασμική ερωτική φύση της γυναίκας και να ανταποκριθεί – ακόμα και με κατάθεση δικής του οδύνης – στις απαιτήσεις της φύσης αυτής. Το κυρίαρχο δόγμα βασίζεται στην ετεροβαρή, κατά τον συγγραφέα, σχέση ανάμεσα στα δύο φύλα, έτσι όπως η ίδια η Φύση προστάζει:

«Η φύση ορίζει το αρσενικό να γίνεται ατελείωτη προσφορά, και θεία στέρηση για το θηλυκό. (…) Στον έρωτα όλα γίνουνται για το θηλυκό.»

«Την ευθύνη για να γίνει και να μείνει ως το τέλος σωστή η ερωτική σμίξη, την έχει ο άντρας. Πάντα, όταν φεύγει η γυναίκα, θα φταίει ο άντρας.»

«Από τα δέκα μερίσματα του καρπού της ηδονής, για τη γυναίκα προορίστηκαν τα εννέα, και για τον άντρα το ένα.»

Ποιος είναι ο τρόπος λειτουργίας του δόκιμου εραστή κατά την «ερωτική σμίξη»; Ο Λιαντίνης την περιγράφει με μοναδική συμβολική και λογοτεχνική μαεστρία:

«Αίσθηση του κοντινού που δραπετεύει, και του μακρινού που πιάνεται, όπως το πουλί στο ξώβεργο.Επώδυνη εγκράτεια και βασανιστική ετοιμασία.»

Όμως, πώς σχετίζονται όλα αυτά με τον ορισμό του έρωτα, όπως αυτός δόθηκε προηγουμένως;

3. Η τέχνη της επώδυνης απόδρασης

Η φράση-ορισμός «έρωτας είναι η τέχνη του να φεύγεις» μοιάζει εκ πρώτης όψεως ξεκομμένη από τη συζήτηση που ακολουθεί στον «Μικρό Κριτή» (τέτοιες ασυνέχειες δεν είναι σπάνιες στον Λιαντίνη, ιδιαίτερα στις ομιλίες του). Υπάρχει, όμως, ένας τρόπος να τα συνδέσουμε όλα μεταξύ τους, αν συσχετίσουμε το «η τέχνη να φεύγεις» (το δεύτερο ενικό απευθυνόμενο, υποτίθεται, στον άντρα) με την τέχνη του καλού εραστή, όπως περιγράφηκε πιο πάνω.

Μήπως, δηλαδή, αυτό το «να φεύγεις» αναφέρεται στην «αίσθηση του κοντινού που δραπετεύει», ενώ το«σφαγερό» της φυγής αφορά την «επώδυνη εγκράτεια» και τη «βασανιστική ετοιμασία» του αρσενικού;

Σε κατοπινό κεφάλαιο του βιβλίου, ο Λιαντίνης κάνει αναφορά στην ερωτική πρακτική του νεαρού σπαρτιάτη, λέγοντας:

«Με το χάραμα έφευγε προτού τη χορτάσει (σ.σ: τη γυναίκα του). Να του αφήσει την αίσθηση ότι όλη τη νύχτα δεν την άγγιξε. Αυτό είναι το θεϊκό αίσθημα της ερωτικής στέρησης. Και γι’ αυτό η μητέρα του Έρωτα είναι η Πενία» («Γκέμμα», σελ. 235).

Άθελα του εδώ ο Λιαντίνης, που τόσο μίσησε τον Βάγκνερ («Γκέμμα», σελ. 49), συνάντησε τον«Πάρσιφαλ» και κατανόησε το μαρτύριο που διάλεξε ως αντάλλαγμα για την ύστερη σοφία!

4. Η οδύνη του αποχωρισμού

Αν «έρωτας είναι η τέχνη του να φεύγεις», θα μπορούσε, μήπως, το «να φεύγεις» να απευθύνεται και στη γυναίκα;

Πριν το εξετάσουμε, καλό είναι να θυμηθούμε τι γράφει ο Λιαντίνης για τον ορισμό των εννοιών, γενικά:

«Για να ορίσεις μια έννοια, θα την περιγράψεις με τόσες και τέτοιες λέξεις, ώστε να μην ημπορείς να προσθέσεις ούτε μία λέξη, να μην ημπορείς να αφαιρέσεις ούτε μία, και να μην ημπορείς να αλλάξεις ούτε μία» («Γκέμμα», σελ. 65-66).

Υποθέτουμε ότι, στον ορισμό μιας έννοιας, το «να αλλάξεις» επιβάλλει σχολαστικότητα ακόμα και στις παραμικρότερες λεπτομέρειες. Διότι, π.χ., η προσθήκη ή η παράλειψη ενός σημείου στίξης, ή ενός τόνου, μπορεί να αλλάξει ριζικά το νόημα μιας πρότασης.

Όπως προαναφέρθηκε, κατά τον Λιαντίνη, όταν η γυναίκα φεύγει «φταίει πάντα ο άντρας». Το να φύγει, έτσι, μία γυναίκα από μια σχέση που δεν την ικανοποιεί ερωτικά, δεν είναι ζήτημα τέχνης αλλά συνιστά άσκηση δικαιώματος («να το γράψετε να μείνει στον αστικό κώδικα», προτρέπει ο Λιαντίνης). Εκ πρώτης όψεως, λοιπόν, το «να φεύγεις» στον ορισμό του έρωτα δεν θα μπορούσε να αφορά τη γυναίκα.

Αν, παρ’ όλα αυτά, ο Λιαντίνης το «να φεύγεις» όντως το απευθύνει στη γυναίκα, τότε στη φράση«έρωτας είναι η τέχνη του να φεύγεις», η απουσία τόνου στο «του» (συνήθως τον υπονοούμε: «η τέχνητού να φεύγεις») δεν θα πρέπει να είναι προϊόν απροσεξίας, αλλά η λέξη «του» έχει κτητική σημασία και θα πρέπει να διαβαστεί ως έχει. Και αυτό διότι, σύμφωνα με όσα αναφέραμε πιο πάνω, η εναλλακτική γραφή «τού» οδηγεί σε φράση δίχως νόημα (το να φύγει, δηλαδή, μία γυναίκα από μια σχέση που δεν την ικανοποιεί, θα έπρεπε να απαιτεί τέχνη αντί να συνιστά δικαίωμα!).

Έτσι, το «η τέχνη του» υπονοεί μία ιδιότητα, ένα χάρισμα του άντρα. Και το «η τέχνη του να φεύγεις» θα μπορούσε να σημαίνει, σε πλήρη ανάπτυξη, «η τέχνη του άντρα να κάνει εσένα, τη γυναίκα, να φεύγεις…». Η φράση μένει ανολοκλήρωτη και δίχως νόημα, μέχρι να έρθει το υπόλοιπο, αναπόσπαστο μέρος του ορισμού: «…και τη στιγμή που φεύγεις από κοντά του (μετά την ερωτική σμίξη) να βιώνεις την απώλειά του δέκα φορές πιο οδυνηρά απ’ ό,τι εκείνος τη δική σου»!

Η τέχνη του έρωτα, λοιπόν, είναι υπόθεση του άντρα, ενώ το μεγαλύτερο μερίδιο της οδύνης του αποχωρισμού (της «σφαγής», κατά τον Λιαντίνη) αναλογεί στη γυναίκα. Εκείνος ήδη πλήρωσε το τίμημα που του αναλογούσε σε οδύνη, παραμερίζοντας «εννέα φορές» το «εγώ» του κατά την ερωτική σμίξη. Μετά, είναι η σειρά της να πονέσει. Κι αυτή είναι η δικαιοσύνη που όρισε η Φύση…

5. Τελικά, λογική ή ποίηση;

Ας συνοψίσουμε: Είναι φανερό ότι μία «προφανής» ερμηνεία του ορισμού του έρωτα κατά Λιαντίνη (δηλαδή, ότι έρωτας είναι η τέχνη να φεύγεις από μία σχέση, πονώντας πολλαπλά σε σύγκριση με τον/την σύντροφο που αφήνεις πίσω σου) οδηγεί σε παραδοξολογία. Πράγματι, κάποιος που ζει την οριστική και αμετάκλητη φυγή δέκα φορές πιο σφαγερά από εκείνον που αφήνει, δεν έχει τη δυνατότητα να εφαρμόσει τέχνη. Γιατί, η τέχνη πάνω απ’ όλα απαιτεί καθαρό μυαλό, συγκέντρωση και λογική. Κι ο πόνος, αν και συχνά παράγει τέχνη, ποτέ δεν παράγεται από αυτήν!

Οι δύο ερμηνείες που επιχειρήθηκαν σε αυτό το κείμενο βασίστηκαν σε λογική επεξεργασία της διατύπωσης του ορισμού, εξετάζοντας χωριστά τις περιπτώσεις όπου η έκφραση «να φεύγεις»απευθύνεται στον άντρα ή στη γυναίκα. Αυτό μας οδήγησε, τελικά, σε μία σύνθεση των ερμηνειών σε ένα ενιαίο σχήμα, αφού οι ερμηνείες αυτές είναι κατ’ ουσίαν συμπληρωματικές και όχι αμοιβαία αποκλειόμενες.

Το ερώτημα, βέβαια, είναι κατά πόσον ο ίδιος ο Λιαντίνης θα ενέκρινε μια οποιαδήποτε απόπειρα αποκωδικοποίησης των συμβολισμών που περιέχονται στη «Γκέμμα», με δεδομένο ότι η (σκόπιμα;) αινιγματική γραφή δένει αρμονικά με το λογοτεχνικό – κατ’ ουσίαν ποιητικό – ύφος του κειμένου. Έτσι που μία καθαρά ορθολογική προσέγγιση των νοημάτων θα μπορούσε να απειλήσει την ωραιότητα του όλου οικοδομήματος.

Ποιος ξέρει, λοιπόν… Ίσως και να πρέπει, τελικά, να αφήσουμε αδιατάρακτες τις λέξεις στα ανεξερεύνητα σκοτάδια τους. Και ίσως οι ερμηνείες τους να πρέπει να αναζητηθούν όχι τόσο στα λεξικά, όσο στο ατομικό ένστικτο του καθενός. Γιατί, η «Γκέμμα» δεν είναι μία, είναι πολλές. Τόσες όσες και οι συνειδητότητες που χρόνια τώρα αγωνίζονται να την εξερευνήσουν. Πολλές φορές, ακόμα και μάταια…



Οι Κυνοκέφαλοι Νεφελίμ της Ινδίας μέσα από τα ''Ινδικά'' του Κτησία



Σύμφωνα με το θρύλο, τη χώρα αυτή είχε επισκεφτεί ο θεός Διόνυσος και η ακολουθία του και είχε διδάξει στους κατοίκους της την καλλιέργεια της αμπέλου και την παραγωγή κρασιού. Πέρα από το μύθο, όμως, η ιστορία έχει διασώσει πραγματικές επαφές με αυτή τη χώρα και πρώτος, από όλους όσους την αναφέρουν, είναι ο Σκύλαξ ο Καρυανδεύς (520 π.Χ.) στο έργο του Γης περίοδος.
Ο πρώτος αυτός Σκύλαξ, γιατί υπάρχει και ένας νεότερος με το ίδιο όνομα γύρω στο 350 π.Χ., κατ' εντολή του Δαρείου του Κοδομανού είχε διαπλεύσει τον Ινδό ποταμό και εκτέλεσε περίπλου από τις εκβολές του έως την Αραβία και το Σουέζ". Δυστυχώς ο Σκύλαξ δεν αναφέρεται σε Κυνοκέφαλους, κάτι που κάνει εκτεταμένα ο Κτησίας.





Ο Κτησίας ο Κνίδιος (5ος-4ος αι. π.Χ.) είναι ο πρώτος Έλληνας συγγραφέας που έγραψε βιβλίο ειδικά για την Ινδία, τα Ινδικά, το οποίο απωλέσθηκε, όπως και το άλλο περίφημο έργο του τα Περσικά. Όμως τα γνωρίζουμε διότι, εκτός των λίγων αποσπασμάτων που έχουν διασώσει διάφοροι συγγραφείς -όπως ο Αιλιανός-, τα περιλαμβάνει ο Φώτιος στην περίφημη «Βιβλιοθήκη» του, γνωστή και ως «Μυριόβιβλος». Ο Φώτιος, μια από τις μεγάλες πνευματικές προσωπικότητες του Βυζαντίου, διετέλεσε Οικουμενικός Πατριάρχης τις περιόδους 857-867 και 877-886. Κάποτε με απόφαση της Βυζαντινής Γερουσίας διορίσθηκε «πρέσβης στους Ασσυρίους». Προτού αναχωρήσει, συνέγραψε τη «Βιβλιοθήκη» που είναι ουσιαστικά περίληψη 279 ακριβώς βιβλίων από όσα είχε διαβάσει ο ευρυμαθής Πατριάρχης, στα οποία αναφέρθηκε από μνήμης (!). Αυτό φυσικά είναι και καλό και κακό. Το καλό είναι αυτονόητο- ο Πατριάρχης διέσωσε -έστω και περιληπτικά- το περιεχόμενο βιβλίων που έχουν χαθεί, ενώ το κακό είναι ότι «από μνήμης» δεν ήταν δυνατόν να θυμάται ακριβώς ό,τι είχε διαβάσει. Και επί του προκειμένου, το έργο του Κτησία Ινδικά σαφέστατα είναι διαφοροποιημένο και όχι ακριβές. Αντιπαρέρχομαι τα όσα «θαυμαστά» αναφέρει ο Κτησίας στο έργο του Ινδικά και περιορίζομαι στα όσα έγραφε για τους κυνοκέφαλους:




''Στα βουνά του Ινδού ποταμού ζουν άνθρωποι που έχουν κεφάλι σκύλου. Τα ρούχα τους είναι από δέρμα άγριων ζώων. Δεν μιλούν καμιά γλώσσα αλλά γαυγίζουν σαν τα σκυλιά και συνεννοούνται με τον τρόπο αυτό. Οι Ινδοί τους αποκαλούν "Καλύστριους" που σημαίνει "κυνοκέφαλοι". Τα δόντια τους είναι ισχυρότερα από εκείνα των σκύλων. Τους βρίσκει κανείς μέχρι και του Ινδού ποταμού. Είναι μαύροι και έχουν βαθύ το αίσθημα της δικαιοσύνης όπως και οι άλλοι Ινδοί με τους οποίους άλλωστε είναι σε επαφή. Καταλαβαίνουν την γλώσσα των άλλων αλλά δεν μπορούν να τους μιλήσουν. Συνεννοούνται με νοήματα όπως οι κωφάλαλοι.Το έθνος τους αριθμεί 120.000. Ζουν από το κυνήγι, το κρέας του οποίου ξηραίνουν στον ήλιο. Έχουν πρόβατα, κατσίκες και όνους. Πίνουν γάλα και ξυνόγαλα. Τρώνε επίσης τον καρπό του "σιπταχόρου" που είναι γλυκό και που οι Ινδοί ξεραίνουν όπως οι Έλληνες τη σταφίδα. Οι κυνοκέφαλοι κατασκευάζουν σχεδία στην οποία φορτώνουν τους ξερούς αυτούς καρπούς, το άνθος της πορφύρας καθαρισμένο και το ήλεκτρο, τα οποία ανταλλάσονν με τους Ινδούς έναντι άρτων, αλευριού και βαμβακερών ρούχων.

Αγοράζουν από αυτούς τα ξίφη που χρησιμοποιούν για να κυνηγήσουν άγρια θηρία, ακόμη δε και τόξα και ακόντια, στη χρήση των οποίων είναι εξαιρετικά ικανοί. Είναι αήττητοι γιατί ζουν στα ψηλά βουνά που είναι απρόσιτα. Κάθε τρία χρόνια ο βασιλιάς τους χαρίζει 300.000 βέλη, 120.000 ασπίδες και 500.000 ξίφη. Δε ζουν σε σπίτια, ζουν σε σπήλαια, κυνηγούν θηρία με τόξα και ακόντια. Είναι τόσο γρήγοροι ώστε ξεπερνούν τα θηρία αυτά στο τρέξιμο. Οι γυναίκες τους λούζονται μια φορά το μήνα όταν έλθει η περίοδο τους -ποτέ άλλοτε. Οι άνδρες δεν λούζονται αλλά τρίβονται με κάποιο λάδι που βγάζουν από τα γάλα και σκουπίζονται με δέρματα. Ντύνονται με λεπτά δέρματα, άνδρες και γυναίκες. Οι πλουσιότεροι φορούν λινά αλλά είναι λίγοι. Δεν έχουν κρεβάτια. Κοιμούνται σε στρώματα από φύλλα δέντρου. Ο πλούτος υπολογίζεται με βάση τον αριθμό των προβάτων. Κατά τα λοιπά όμως είναι αρκετά ισόνομα κατανεμημένος. Όλοι τους, άνδρες και γυναίκες έχουν ουρά όπως τα σκυλιά. Οι άνδρες ενώνονται με την γυναίκα "τετραποδιστί", όπως και πάλι τα σκυλιά. Είναι δίκαιοι και ζουν μέχρι 200 χρόνια.''



Στην ελληνική μυθολογία, ιστορία ή φιλολογία, συχνά εμφανίζονται τέρατα, ανθρωπόμορφα ή όχι, που έχουν διαδραματίσει σημαντικό ρόλο. Όπως σημειώνει και ο Jacquew Heers βιογράφος του Κολόμβου, οι μυθοπλασμένοι άνθρωποι πάντοτε έλκυσαν τη φαντασία από την εποχή των Ελλήνων ως τον Πάπα Πιο τον Β'. Μερικοί συγγραφείς ή καλλιτέχνες περιέγραψαν ή απεικόνισαν τέρατα, που αναπαριστούσαν άλλωστε και τα γλυπτά της ρωμαϊκής εποχής.





Τα ανθρωπόμορφα πλάσματα με κεφάλι σκύλου αναφέρονται συχνά σε κείμενα της μεσαιωνικής λογοτεχνίας αντιπροσωπεύοντας την μαγεία, κυρίως τη μαύρη, την βαρβαρότητα, την κτηνώδη συμπεριφορά και το κακό. Διατήρησαν τα περισσότερα στοιχεία των μυστηριακών θρύλων της Ανατολής και τα ενσωμάτωσαν στην περιέργεια που χαρακτήριζε τις αναζητήσεις της μεσαιωνικής Ευρώπης, όπως αναφέρει στα έργα του ο Ισίδωρος της Σεβίλλης και άλλοι ιστορικοί. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η ομοιότητα που των κυνοκέφαλων πλασμάτων της αρχαιότητας με την παράδοση των λυκανθρώπων. Αλλωστε οι μύθοι για τους τελευταίους, που είναι από τους αρχαιότερους της Ευρώπης, φαίνεται κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα να μπλέκονται σε αρκετά σημεία με τις παραδόσεις των κυνοκέφαλων.


Ο ΑΓΙΟΣ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΑΠΕΙΚΟΝΙΖΟΤΑΝ ΩΣ ΚΥΝΟΚΕΦΑΛΟΣ

Ο πρώτος μυθολογικά λυκάνθρωπος που συναντά ο επίδοξος ερευνητής προέρχεται από την ελληνική μυθολογία και ήταν ο Λυκάωνας από την Αρκαδία. Στην προσπάθειά του να κοροϊδέψει το Δία, προκάλεσε την οργή του πατέρα των Θεών που ξέσπασε μεταμορφώνοντας τον ίδιο αλλά και τους γιους του σε λύκους. Την ιστορία αυτή μεταφέρουν ο ιστορικός Απολλόδωρος ο Αθηναίος, αλλά και ο Παυσανίας στα Αρκαδικά. Σύμφωνα με το λεξικό Αρχαίας Ελληνικής του Ι. Σταματάκου, το λήμα Λύκη σήμαινε το φως και άρα ο λυκάνθρωπος δεν ήταν παρά ο μύστης, ο κάτοχος του φωτός και της γνώσης, που συμμετείχε στις τελετές που γίνονταν προς τιμήν του αστέρα Σείριου, του αστερισμού του Κυνός.

Εφιάλτης ο μεγάλος αντιήρωας της Αρχαίας Ελλάδας



Εδώ κι όχι λιγότερα από δυόμισι χιλιάδες χρόνια, ένα όνομα αποτελεί το αντιπροσωπευτικότερο πρόσωπο της προδοσίας όχι μόνο για τους Έλληνες, αλλά και για πολλούς ακόμα λαούς της Δύσης.

Ο μεγάλος αντιήρωας της Αρχαίας Ελλάδας που οδήγησε τους Πέρσες στα νώτα των Σπαρτιατών του Λεωνίδα μόνο συστάσεις δεν χρειάζεται, αποτελώντας το οικουμενικό πρόσωπο της προδοσίας αλλά και της υπέρτατης ύβρης έναντι της πατρίδας.

Η εικόνα του Εφιάλτη, του εκάστοτε Εφιάλτη, έρχεται και επανέρχεται στην παγκόσμια ιστορία και σίγουρα στα του τόπου μας. Ο γιος του Ευρυδήμου πρόδωσε τις ελληνικές θέσεις στους ξενόφερτους εισβολείς από την Περσία, κάποιος άλλος θα έκανε κάτι αντίστοιχο κατά την Επανάσταση του 1821, το Έπος του 1940 και πάει λέγοντας.
Εφιάλτες δεν λείπουν από πουθενά, κανείς τους ωστόσο δεν θα αποκτούσε την περίβλεπτη ιστορικά θέση του αρχαίου έλληνα προδότη, ο οποίος απεικονίστηκε από τον Ηρόδοτο ως σύμβολο της αρνησιπατρίας και της φιλοχρηματίας.

Ποιος ήταν όμως ο μεγάλος άγνωστος της Ιστορίας που έγινε γνωστός μόνο για το εγκληματικό του αμάρτημα και πέρασε μετά στις υποσημειώσεις των καταγραφών ως ο πιο μισητός ολάκερου του ελληνικού κόσμου;


Σπάργανα βιογραφίας


Ό,τι ξέρουμε για τον Εφιάλτη, τον γιο του Ευρυδήμου του Μαλιέως, προέρχονται από την πένα του Ηροδότου («Ιστορίαι»). Ο μεγάλος ιστορικός δεν μας λέει τίποτα για τα παιδικά του χρόνια ή την οικογενειακή του κατάσταση, καθώς στην Ιστορία εμφανίζεται την πιο νευραλγική στιγμή, το 480 π.Χ., για να ανατρέψει τραγικά τις στρατιωτικές ισορροπίες.

Οι Μαλιείς ήταν ελληνικό φύλο που κατοικούσε στην ανατολική κοιλάδα του Σπερχειού Ποταμού, γύρω από τον Μαλιακό Κόλπο, με σημαντικότερη πόλη την Τραχίνα. Στις πρώιμες μάλιστα φάσεις της Δελφικής Αμφικτιονίας, εκεί εδραζόταν το κέντρο της ομοσπονδίας των 12 φυλών της Στερεάς και της Θεσσαλίας, στην πόλη Ανθήλη. Οι Μαλιείς ήταν σύμμαχοι των Σπαρτιατών από το 426 π.Χ. μέχρι τον Κορινθιακό Πόλεμο, όταν συμμάχησαν με την Κόρινθο για να απαλλαγούν από την ηγεμονία της Σπάρτης…



Η μάχη που γέννησε τον προδότη-ορόσημο



Ενώ ο Ξέρξης συνεχίζει την προέλασή του στον ελλαδικό χώρο, οι Έλληνες ορίζουν την πρώτη θαλάσσια γραμμή άμυνας στο Αρτεμίσιο, ενώ στη στεριά επιλέγονται τελικά οι Θερμοπύλες. Στο έβδομο βιβλίο της «Ιστορίας» του, ο Ηρόδοτος αναφέρει: «Αυτή λοιπόν ήταν η θέση του Ξέρξη και του στρατού του στην Τραχινία της Μηλίδας, ενώ οι Έλληνες είχαν καταλάβει τα στενά που είναι γνωστά στους ντόπιους ως Πύλες, αυτά που οι υπόλοιποι Έλληνες ονομάζουν Θερμοπύλες».

Την ώρα που οι Αθηναίοι ερίζουν για το τι σημαίνει ο χρησμός των Δελφών περί «ξύλινου τείχους» και ο Θεμιστοκλής προσπαθεί να τους πείσει ότι είναι τα πλοία αυτά που θα σώσουν την παρτίδα, οι Σπαρτιάτες στέλνουν ένα πρώτο σώμα να προϋπαντήσει τους Πέρσες, μπας και πειστεί το κοινό των Ελλήνων να πάρει μέρος στην εκστρατεία γρηγορότερα από το προβλεπόμενο.

Οι προπομποί του Λεωνίδα Α’ συσκέπτονται στις Θερμοπύλες και ο βασιλιάς προτείνει να ζητήσουν ενισχύσεις από τις γύρω πόλεις στέλνοντας αγγελιοφόρους. Όσο κρατούν οι διαπραγματεύσεις, ο Ξέρξης στέλνει έφιππο κατάσκοπο να δει πόσοι είναι και τι κάνουν, έχοντας πληροφορηθεί για τον τρομερό Λακεδαιμόνιο και το μικρό στράτευμά του.

Ο Ξέρξης επιβεβαιώνει αυτό που φοβάται από τον Δημάρατο του Αρίστωνος, ο οποίος του καταμαρτυρεί τα καθέκαστα: οι Σπαρτιάτες ήρθαν για να δώσουν μάχη για το στενό πέρασμα, μάχη μέχρις εσχάτων, γι’ αυτό και τους έβλεπαν οι πέρσες ανιχνευτές να λούζουν και να στολίζουν το κεφάλι τους.

Ο Πέρσης δεν φάνηκε φυσικά να πείθεται πως μια χούφτα Ελλήνων θα μπορούσαν να καθηλώσουν τους μυριάδες πολεμιστές του, κι έτσι βάλθηκε να περιμένει να το βάλουν απλώς στα πόδια. Περίμενε τέσσερις ολόκληρες μέρες, μας λέει ο Ηρόδοτος, και την πέμπτη στέλνει εναντίον τους τους Μήδους και τους Κισσίους, οι οποίοι συντρίβονται πάνω στη γενναιότητα των αντρών του Λεωνίδα.

Όταν και οι Πέρσες υπέφεραν τα ίδια δεινά, ο Ξέρξης ξαποστέλνει εναντίον των Ελλήνων αυτούς «που ο βασιλιάς τούς αποκαλούσε αθανάτους και είχαν αρχηγό τους τον Υδάρνη». Το επίλεκτο περσικό σώμα των Αθανάτων δεν θα τα πήγαινε καθόλου καλύτερα από τον μηδικό στρατό, καθώς πολεμούσαν στα στενά και δεν μπορούσαν με τα κοντύτερα δόρατά τους να εκμεταλλευτούν την αριθμητική τους υπεροχή και να καταβάλουν τον αντίπαλο.

Η κατάσταση για τους Πέρσες είχε φτάσει σε αδιέξοδο, καθώς χάνονταν με τον σωρό και σπιθαμή εδάφους δεν κέρδιζαν. Τα ίδια έλαβαν χώρα και την επόμενη μέρα, ώσπου να τραβήξει πίσω ο Ξέρξης το στράτευμά του και να βρουν μια λύση στο δράμα. Όπως μας ιστορεί ο Ηρόδοτος, όλο το ελληνικό απόσπασμα (300 Σπαρτιάτες, 700 Θεσπιείς και μερικοί χιλιάδες ακόμα) ήταν παραταγμένο στο στενό πέρασμα, εκτός από τους Φωκείς, καθώς αυτοί φρουρούσαν τα γύρω μονοπάτια πιάνοντας νευραλγικές θέσεις στο βουνό.

Κι αυτό γιατί οι ντόπιοι γνώριζαν για μυστικά περάσματα που έβγαζαν πίσω από τις Θερμοπύλες, κάτι που δεν θα μπορούσαν να ξέρουν φυσικά οι ξενόφερτοι εισβολείς. Και τότε κάνει την εμφάνισή του ο Εφιάλτης από τη Μαλίδα, ο οποίος καταφτάνει στο στρατόπεδο του Πέρση με μια πρόταση που δεν μπορεί να αρνηθεί.

Οι Αθάνατοι συναντήθηκαν στο βουνό με τους Φωκείς που παραφυλούσαν στα μυστικά περάσματα και συγκρούστηκαν για λίγο μαζί τους, πριν οι δεύτεροι υποχωρήσουν γρήγορα στην κορυφή του βουνού. Οι Πέρσες, μας λέει ο Ηρόδοτος, δεν έδωσαν συνέχεια στη μάχη με τους Φωκείς καθώς επείγονταν να φτάσουν εγκαίρως στα νώτα του Λεωνίδα.

Ο οποίος πέφτει πριν φτάσουν οι Αθάνατοι στις θέσεις τους και τώρα όλοι μάχονται για το πτώμα του σπαρτιάτη βασιλιά: «Πέρσες και Λακεδαιμόνιοι έδωσαν ανάμεσά τους πολύωρη μάχη σώμα με σώμα, ωσότου οι Έλληνες με την αντρεία τους το τράβηξαν προς το μέρος τους κι έτρεψαν σε φυγή τον εχθρό τέσσερις φορές».

«Έτσι συνεχίστηκε για ώρα η μάχη, ως τη στιγμή που έφτασαν εκείνοι που οδηγούσε ο Εφιάλτης. Όταν οι Έλληνες αντιλήφθηκαν τον ερχομό τους, από εκείνη την ώρα ο αγώνας άλλαξε μορφή», συνεχίζει ο Ηρόδοτος εννοώντας πως η τακτική των Ελλήνων έγινε από επιθετική, αμυντική. Η ύστατη άμυνα οργανώνεται σε έναν μικρό λόφο, που ο Ηρόδοτος αποκαλεί «Κολωνό», στην είσοδο των στενών, όπου θα αγωνιστούν ως το τέλος.

Μέσα σε όλα, οι Θηβαίοι αυτομολούν στον εχθρό και όσοι απομένουν θάβονται μέσα στο νέφος από τα βέλη του εχθρού. «Εν τούτῳ σφέας τῷ χώρῳ ἀλεξομένους μαχαίρῃσι, τοῖσι αὐτῶν ἐτύγχανον ἔτι περιεοῦσαι, καὶ χερσὶ καὶ στόμασι κατέχωσαν οἱ βάρβαροι βάλλοντες», διηγείται ο ιστορικός στο πρωτότυπο κείμενο…


Το τέλος του προδότη





Με την προδοτική υπόδειξη του Εφιάλτη, οι Πέρσες απώθησαν τους Φωκείς και περικύκλωσαν τους υπόλοιπους Έλληνες, μετρώντας μια δανεική νίκη στο πεδίο της μάχης. Ο ελληνικός στόλος, μαθαίνοντας τα νέα, απομακρύνθηκε από το Αρτεμίσιο και υποχώρησε στη Σαλαμίνα, όπου θα πετύχαινε αργότερα μια αποφασιστικής σπουδαιότητας νίκη, η οποία με τους θριάμβους των Πλαταιών και της Μυκάλης θα ματαίωναν οριστικά τα σχέδια των Περσών για κατάκτηση του ελλαδικού χώρου.

Όσο γίνονταν αυτά, ο Εφιάλτης είχε εκπληρώσει τον δικό του ρόλο στην Ιστορία και κρυβόταν τώρα με την αναμφίβολα γενναία χρηματική ανταμοιβή που απέσπασε από τον πέρση αυτοκράτορα. Όταν απομακρύνθηκε οριστικά ο κίνδυνος, η Δελφική Αμφικτιονία επικήρυξε τον Εφιάλτη έναντι εξίσου μεγάλης χρηματικής αμοιβής.

Υπάρχουν μάλιστα πηγές που αναγνωρίζουν άλλους ως τους περιβόητους προδότες των Θερμοπυλών, μια υπόθεση που απορρίπτει ωστόσο με σθένος ο Ηρόδοτος λέγοντας πως η Αμφικτιονία δεν επικήρυξε κανέναν άλλο ως προδότη παρά μόνο τον Εφιάλτη. Έχουν προταθεί πάντως ως οδηγοί των Περσών στα νώτα των Ελλήνων τόσο οι Ονήτης και Φαναγόρας, αμφότεροι από την Κάρυστο, όσο και ο Κορυδαλλός από την Αντίκυρα.

Ο Εφιάλτης κατέφυγε καθώς λέγεται για χρόνια στη Θεσσαλία και έπειτα από αρκετό καιρό, νιώθοντας προφανώς ασφαλής, επέστρεψε στη γενέτειρά του. Όπου και θα τον αναγνωρίσει ένας συμπατριώτης του, ο Αθηνάδης ο Τραχίνιος, σκοτώνοντάς τον επιτόπου. Το τέλος του ήταν αντάξιο του προδοτικού του βίου, ζώντας κατατρεγμένος και φοβισμένος στη Θεσσαλία πριν συναντήσει τη μοίρα που του επιφύλαξε η δράση του.

Οι Λακεδαιμόνιοι τίμησαν τον δολοφόνο του και ο Εφιάλτης απαθανατίστηκε στην Ιστορία ως ο μεγαλύτερος προδότης του αρχαίου κόσμου…



Πέμπτη 10 Αυγούστου 2017

Μεγάλοι Παλαιοί & Πρεσβύτεροι Θεοί


«Αν στ’ αλήθεια ο άνθρωπος είναι, ανίκανος να δημιουργήσει, ζωντανά όντα από την ανόργανη ύλη, να υπνωτίσει, τα ζώα του δάσους, για να υπακούν στη θέλησή του, να πετά από δέντρο σε δέντρο μαζί με τους πιθήκους της αφρικανικής ζούγκλας, να επαναφέρει τη ζωή στα μουμιοποιημένα πτώματα των Φαραώ και των Ίνκας ή να εξερευνήσει την ατμόσφαιρα της Αφροδίτης και τις ερήμους του Άρη, επιτρέψτε μας, τουλάχιστον, μέσα στη φαντασία μας να γίνουμε αυτόπτες μάρτυρες αυτών των θαυμάτων και να ικανοποιήσουμε αυτή την ακατάσχετη επιθυμία για το Άγνωστο, το Παράξενο και το Αδύνατο, η οποία υπάρχει μέσα σε κάθε δραστήριο ανθρώπινο εγκέφαλο…» X. Φ. Λάβκραφτ

«Κι έτσι, ο Ράντολφ Κάρτερ συνέχισε το ταξίδι του μέσα στο σκοτάδι…» X. Φ. Λάβκραφτ. Η Ονειρική Αναζήτηση της Άγνωστης Καντάθ




«Ο Άνθρωπος της Αλήθειας είναι πέρα από το Καλό και το Κακό. Ο Άνθρωπος της Αλήθειας ξέρει ότι όλα είναι Ένα. Ο Άνθρωπος της Αλήθειας ξέρει ότι η Φαντασία είναι η Αλήθεια, ότι η Ψευδαίσθηση είναι η Πραγματικότητα και ότι η Ουσία είναι η Μεγάλη Απάτη» είπε με έμφαση η φωνή που δεν ήταν φωνή. Χ. Φ. Λάβκραφτ «Πέρα από τις Πύλες του Ασημένιου Κλειδιού»

«Ο άνθρωπος δεν είναι παρά μια καλαμιά, η πιο αδύναμη της φύσης, αλλά είναι μια σκεπτόμενη καλαμιά. Δε χρειάζεται να αρματωθεί ολάκερο το Σύμπαν για να τον συντρίψει, φτάνει λίγος ατμός η μια σταγόνα νερό για να τον εξολοθρεύσει. Αλλά κι αν το Σύμπαν τον έλιωνε, ο άνθρωπος θα παρέμενε πιο φίνος απ ’ αυτό που τον σκοτώνει, γιατί έχει γνώση ότι πεθαίνει και, συνάμα, γνωρίζει ότι το Σύμπαν βρίσκεται σε πλεονεκτική θέση απέναντι του. Το Σύμπαν όμως δεν έχει ιδέα για όλα αυτά. Έτσι, όλη μας η αξιοπρέπεια είναι συγκεντρωμένη στη σκέψη. Απ’ εδώ πρέπει ν’ αντλούμε κι όχι από το Χώρο ή τη Διάρκεια, που δεν μπορούμε να γεμίσουμε. Ας δουλεύουμε λοιπόν με στόχο να σκεφτόμαστε σωστά και ελεύθερα: να ποια είναι η αρχή της ηθικής…» Μπλέηζ Πασκάλ

«Αν ακούσεις τους ανθρώπους που ασχολούνται με τη ζωολογία να μιλούν για τα πουλιά πάνω στα δέντρα, θα πρέπει να παραδεχτείς πως άκουσες τα ίδια τα πουλιά να μιλούν…» Τσαρλς Φορτ





Χάουαρντ Φίλιπς Λάβκραφτ (Howard Phillips Lovecraft)

Γεννήθηκε στις 20 Αυγούστου 1890 στο Πρόβιντενς του Ροντ Αιλαντ των Η.Π.Α. και πέθανε στις 15 Μαρτίου 1937…

Όσο ζούσε, ήταν ένας άσημος συγγραφέας, στοχαστής και επιστολογράφος, αλλά και ένας πολύ σεμνός άνθρωπος. Δε γνωρίζουμε στ’ αλήθεια τίποτε άλλο γι’ αυτόν… Το ίδιο ισχύει και για όλους τους ανθρώπους που έχουν φύγει από αυτόν τον κόσμο: δεν ξέρουμε στ’ αλήθεια τίποτε γι’ αυτούς. Είμαστε όλοι καταδικασμένοι η μόνη αληθινή καταγραφή της ιστορίας της ζωής μας να περιοριστεί σε μια λακωνική επιγραφή πάνω σ’ έναν τάφο. Τα νεκροταφεία μας δεν είναι παρά ατέλειωτες πέτρινες βιβλιοθήκες, και πάνω στις λιγοστές σειρές που είναι γραμμένες στην κάθε πέτρα, μπορείς να διαβάσεις τη μικροσκοπική ιστορία κάθε ανθρώπου που δεν υπάρχει πια. Όλοι φεύγουν παίρνοντας το μυστικό τους μαζί τους, κι αφήνουν πίσω τους μια ψυχρή περίληψη, που είναι σχεδόν ίδια από μάρμαρο σε μάρμαρο. Μερικές φορές, σαν φαντάσματα ενός έρημου σπιτιού, μένουν και κάποια μηνύματα που άφησε πίσω του κάποιος άνθρωπος, για να δώσει μια απόμακρη μαρτυρία για κάποια από τα πράγματα που είδε και για κάποια από τα πράγματα που ένιωσε. Είναι, συνήθως, μηνύματα που ο κάθε αποδέκτης τα μεταφράζει όπως θέλει.

Η επιρροή του έργου του Λάβκραφτ άρχισε να γίνεται ορατή στα ‘60s και τα ‘70s, μέσα από τις ταινίες τρόμου της εποχής. Σταδιακά κέρδιζε ένα ολοένα και ευρύτερο κοινό, μέχρι που τελικά έγινε συστατικό κομμάτι της σύγχρονης κουλτούρας. Ο Στίβεν Κινγκ έχει αποκαλέσει τον Λαβκραφτ τον μεγαλύτερο δημιουργό της κλασικής ιστορίας τρόμου στον 20ο αιώνα. Ο Τζον Κάρπεντερ δημιούργησε τη δική του ωδή στον συγγραφέα μέσα από τις ταινίες «Η απειλή» και «Στο στόμα της τρέλας». Ο Γκιγιέρμο ντελ Τόρο έχει ενσωματώσει στα έργα του ένα σωρό λαβκραφτιανές αναφορές, από τις ταινίες «Hellboy» μέχρι τη σειρά «The strain».

Ο Νιλ Γκέιμαν, ο Κλάιβ Μπάρκερ και ο Άλαν Μουρ έχουν αναγνωρίσει δημοσίως ότι χρωστούν στο έργο του συγγραφέα από το Πρόβιντενς. Μέχρι το 2015, το αγαλματίδιο του World Fantasy Awards (των βραβείων που αποδίδονται ετησίως στους συγγραφείς και καλλιτέχνες που διαπρέπουν στον χώρο του fantasy), ήταν μία προτομή του Χάουαρντ. Αχά … όχι πλέον. Κατηγόρησε τον Λάβκραφτ για ρατσιστή !!! η σπορά των Αβυσσαίων και απαίτησε να αλλάξει το βραβείο από την προτομή του, σε κάτι πιο Κθούλιο (πλοκάμια που αγκαλιάζουν το Φωτεινό Κίτρινο Σύμπαν) για να ταιριάζει στην μιαρή γενεαλογική βιολογία τους. Η αλήθεια είναι ότι θα έτριζαν τα κόκαλα του σεμνού συγγραφέα στον τάφο του, να βλέπει να πιάνουν την προτομή του, τα βέβηλα και μολυσμένα χέρια των φρικαλέων υπηρετών του Σουμπ-Νιγκουράθ.

«Θα έδινα ευχαρίστως τη ζωή που μου απομένει, αν μπορούσα έστω και για λίγη ώρα να εκφράσω έστω και τα μισά από τα πράγματα που σκέφτομαι» Εντγκαρ Αλλαν Πόε





ΠΟΙΟΙ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΜΕΓΑΛΟΙ ΠΑΛΑΙΟΙ

X. Φ. ΛΑΒΚΡΑΦΤ – Ω. ΝΤΕΡΛΕΘ

«Ναι», απάντησε εκείνη αμέσως. «Τ’ ακούω να κοάζουν συνέχεια και ξέρω ότι φωνάζουν σ’ Εκείνους από Έξω».
«Και, βέβαια, ξέρεις πολύ καλά τι σημαίνει αυτό, κυρία Μπίσοπ».
«Ναι, όπως ξέρει και η αφεντιά σου, αν δε με γελούν τα λόγια σου. Κατάλαβα ότι θα ’ρχόταν όταν έμαθα ότι το σπίτι άνοιξε πάλι. Ο Αφέντης περίμενε, ναι, περίμενε πολύ καιρό. Τώρα ξαναγύρισε, και μαζί του γύρισαν κι Εκείνα, να σκίσουν, να κατασπαράξουν ή κι εγώ δεν ξέρω τι. Είμαι γριά, και δε μου μένει πολλή ζωή, αλλά δε θα ’θελα να πεθάνω μ’ αυτό τον τρόπο. Ποιος είσαι ελόγου σου, Ξένε, που έρχεσαι και μου κάνεις τέτοιες ερωτήσεις; Είσαι κανένας από Εκείνους;»
«Βλέπεις να έχω τα σημάδια;» αντιρώτησα.
«Όχι, δεν τα ’χεις. Αλλά μπορούν να πάρουν οποιαδήποτε μορφή. Τους αρέσει αυτό, ξέρεις». Η φωνή της, που είχε αρχίσει να γίνεται κακαριστό γέλιο, πνίγηκε απότομα. «Ήρθες με το ίδιο αμάξι που ήρθε και ο Αφέντης — έρχεσαι από Εκείνον».
«Έρχομαι από τον Αφέντη, αλλά όχι και για τον Αφέντη», βιάστηκα να την καθησυχάσω.
Η γριά φάνηκε να διστάζει. «Δεν έκανα τίποτα κακό. Δεν έγραψα εγώ εκείνο το γράμμα. Ήταν ο Λεμ Γουέητλυ, που κρυφάκουγε σε κουβέντες που δεν ήταν για τ’ αυτιά του».
«Πότε άκουσες τη φωνή του Τζέησον Όσμπορν;»
«Ήταν δέκα νύχτες μετά από τότε που τον πήραν. Ύστερα την ξανάκουσα μετά από δώδεκα νύχτες. Η τελευταία φορά ήταν τέσσερις νύχτες μετά από τη μέρα που τον βρήκαν, όπως και τους άλλους πριν από την εποχή μου, και όπως εκείνους που θα βρουν στο μέλλον. Τον άκουσα καθαρά, σαν να στεκόταν εκεί που ’σαι τώρα, ξένε. Και δεν έχω ζήσει μια ζωή με τον Όσμπορν γείτονα στην ίδια κοιλάδα δίχως να ξεχωρίζω τη φωνή του με το πρώτο που θα την ακούσω».
«Τι έλεγε;»
«Την πρώτη φορά τραγουδούσε — λέξεις που τις άκουγα για πρώτη φορά, λέξεις παράξενες. Την τελευταία φορά ήταν σαν προσευχή. Τη μεσαία φορά ήταν γρήγορες κουβέντες στη γλώσσα Εκείνων — που δεν είναι για τ’ αυτιά των θνητών»,
«Και πού ήταν εκείνη τη στιγμή;»
«Ήταν Έξω. Έξω μαζί μ’ Εκείνους. Περίμεναν τη στιγμή που θα ήταν έτοιμοι να τον φάνε».
«Όμως δεν τον έφαγαν, κυρία Μπίσοπ. Το πτώμα του βρέθηκε».
«Ναι, σωστά!» χαχάνισε εκείνη. «Δεν είναι πάντοτε η σάρκα εκείνο που λιμπίζονται — αλλά σίγουρα θέλουν πάντα το πνεύμα ή ό,τι άλλο είναι εκείνο που κάνει τον άνθρωπο να σκέφτεται, να μιλά και να πράττει».
«Τη ζωική ενέργεια;»
«Πεσ’ το όπως θες, ξένε. Πάντως αυτό γυρεύουν, εκείνοι οι διάβολοι! Ναι, ο Τζέησον Όσμπορν βρέθηκε — τσακισμένος και κατασπαραγμένος, λένε — αλλά ήταν πεθαμένος, έτσι δεν είναι; Ήταν νεκρός, και Εκείνοι είχαν ρουφήξει ό,τι ήθελαν από δαύτον —Εκείνοι που τον είχαν πάρει φεύγοντας μαζί τους».
«Μαζί τους, πού, κυρία Μπίσοπ;»
«Εδώ, εκεί και παραπέρα, ξένε. Ελόγου τους βρίσκονται συνέχεια ολόγυρά μας, αλλά κανένας δεν μπορεί να τους δει. Μπορεί να μας ακούνε και τώρα που μιλάμε. Περιμένουν στην πόρτα τον Αφέντη να τους καλέσει, όπως τους καλούσε και παλιά. Ναι, ξαναγύρισε- ξαναγύρισε ύστερα από διακόσια χρόνια και παραπάνω, όπως έλεγε ο παππούς μου ότι θα το ’κάνε. Και αμόλησε πάλι Εκείνα στον κόσμο, και τώρα πετάνε και σέρνονται και κολυμπάνε και βρίσκονται δίπλα μας και περιμένουν να βγουν πάλι για να ξαναρχίσουν απ’ την αρχή. Ξέρουν πού βρίσκονται οι πόρτες, και γνωρίζουν τη φωνή του Αφέντη — αλλ’ ακόμη και αυτός δεν είναι ασφαλής από Εκείνα αν δεν ξέρει όλα τα σημάδια και τα μαγικά και τα προστατευτικά. Αλλά τα ξέρει, ναι, ο Αφέντης τα ξέρει πολύ καλά. Τα ήξερε από παλιά, όπως μας λέει η παράδοση».
«Εννοείς τον Αλάιτζα;»
«Τον Αλάιτζα;» Η γριά χαχάνισε, γεμίζοντας το δωμάτιο με το πρόστυχο γέλιο της. «Ο Αλάιτζα ήξερε περισσότερα από κάθε θνητό- ήξερε κάτι που δεν το ξέρει κανένας. Μπορούσε να τό καλέσει και να μιλήσει μαζί Του και Εκείνο ποτέ δεν κατάφερε να τον αρπάξει. Ο Αλάιτζα το φυλάκισε, και μετά έφυγε. Ναι, ο Αλάιτζα όχι μόνο φυλάκισε Εκείνο, αλλά και τον ίδιο τον Αφέντη, εκεί Έξω. Και το ’κάνε πάνω που ο Αφέντης ήταν έτοιμος να ξαναγυρίσει ύστερα από πολλά, πολλά χρόνια. Δεν είναι πολλοί που το ξέρουν αυτό, και ο Μισκουαμάκους είναι ένας από τους λίγους.

»0 Αφέντης βάδιζε στη γη και κάποιος που τον έβλεπε δεν ήξερε ποιος είναι, γιατί έχει πολλά πρόσωπα. Ναι, πολλά! Φορούσε το πρόσωπο ενός Γουέητλυ ή ενός Ντότεν, φορούσε το πρόσωπο ενός Τζάιλς ή ενός Κόρυ. Καθόταν ανάμεσα στους Γουέητλυ, τους Ντότεν, τους Τζάιλς ή τους Κόρυ καικανένας τους δεν ήξερε ότι ήταν ο Αφέντης. Αντίθετα, νόμιζαν ότι ήταν δικός τους. Έτρωγε μαζί τους και κοιμόταν μαζί τους, βάδιζε μαζί τους και μιλούσε μαζί τους, και κανένας δεν καταλάβαινε ποιος ήταν. Αλλά ήταν τόσο αβάσταχτος στην Ξενικότητά του που, όποιου το σώμα κατείχε ο Αφέντης, σύντομα αυτός αδυνάτιζε και πέθαινε, μην μπορώντας να τον χωρέσει μέσα του».

Το φρικαλέο γέλιο της αντήχησε πάλι και μετά έσβησε. «Το ξέρω, ξένε», συνέχισε η γριά. «Το ξέρω. Δεν τους είμαι χρήσιμη σε τίποτα, αλλά τους ακούω που μιλάνε Εκεί Έξω. Ακούω τι λένε και, ακόμη κι αν δεν καταλαβαίνω γρι από τα λόγια τους, ξέρω τι λένε. Βλέπεις γεννήθηκα με το χάρισμα, και μπορώ να τους ακούσω Εκεί Έξω». Ήδη είχα αρχίσει να συμμερίζομαι τις παρατηρήσεις του εξαδέλφου μου. Διαισθανόμουν κι εγώ, με ακαθόριστη ανησυχία, ότι τούτη η γριά κατείχε κάποιο είδος μυστικής γνώσης, και είχα παρατηρήσει το σχεδόν περιφρονητικά αγέρωχο ύφος της που είχε προσέξει και ο ‘Αμπροουζ. Ήμουν σίγουρος ότι κατείχε ένα απέραντο απόθεμα κρυφών και απαγορευμένων γνώσεων. Ταυτόχρονα, όπως και πριν, με πλημμύρισε πάλι εκείνο το συναίσθημα της αδυναμίας να βγάλω σαφές νόημα. Ένιωθα ότι μου έλειπε το βασικό κλειδί για να κατανοήσω τις πληροφορίες που μου προσφέρονταν.

«Περιμένουν να ξαναγυρίσουν», συνέχισε η γριά, «και ν’ απλωθούν πάλι σ’ ολάκερη τη γη. Δεν περιμένουν μονάχα εδώ, αλλά παντού -βαθιά στα έγκατα της γης, και κάτω απ’ τα νερά, και Έξω και παντού. Και ο Αφέντης τους βοηθάει να ξανάρθουν».
«Τον έχεις δει τον Αφέντη;» δεν κρατήθηκα να μη ρωτήσω.
«Ούτε που τον αντίκρισαν ποτέ τα μάτια μου. Αλλά έχω δει τη μορφή που πήρε. Δεν υπάρχει ούτε ένας από μας που να μην πήρε χαμπάρι ότι ξαναγύρισε. Ξέρουμε τα σημάδια. Πήραν τον Τζέησον Όσμπορν, δεν τον πήραν; Αυτό τα λέει όλα. Ξαναγυρίζουν!» πρόσθεσε με σκοτεινό ύφος.
«Κυρία Μπίσοπ, ποιος ήταν ο Τζόναθαν Μπίσοπ;»
Η γριά κακάρισε πάλι, πικρόχολα, με κάτι σαν σκούξιμο νυχτερίδας στη φωνή της.
«Καλά κάνεις και το ρωτάς. Ήταν ο παππούς μου. Ελόγου του είχε ανακαλύψει μερικά από τα μυστικά και νόμιζε ότι τα ’ξερε όλα. Έτσι ρίχτηκε με τα μούτρα να τα κάνει πράξη. Άρχισε να καλεί Εκείνο, και μετά το ξαπόστειλε ενάντια σ’ όσους τον κατασκόπευαν. Αλλά δεν είχε την τέχνη του Αφέντη, και κάτι τον άρπαξε όπως άρπαξε και τους άλλους. Και ο Αφέντης, λένε, ούτε που σήκωσε το δαχτυλάκι του να τον βοηθήσει. Είπε ότι δεν είχε τη δύναμη να το κάνει, ότι δεν είχε το δικαίωμα να ικετέψει τις πέτρες, ούτε να καλέσει στους λόφους. Είπε ότι δεν μπορούσε να ξαμολύσει εκείνα τα Πλάσματα της κόλασης πάνω μας, και να κάνει το μίσος να φουντώσει στο Ντάνγουιτς. Αλλά, έτσι όπως ήρθαν τα πράγματα, τώρα δεν υπάρχει ούτε ένας Κόρυ ή ένας Τυντλ που να μη μισεί τους Μπίσοπ».



ΟΙ ΑΦΕΝΤΕΣ ΤΗΣ ΓΗΣ

»Θα ήταν μεγάλο λάθος να πιστεύει κανείς ότι ο άνθρωπος ήταν ο πρώτος ή θα είναι ο τελευταίος από τους Αφέντες της Γης. Όχι, ούτε και η ζωή και η ύλη που ξέρουμε είναι οι μοναδικές μορφές τους. Οι Παλιοί υπήρχαν, οι Παλιοί υπάρχουν, οι Παλιοί θα υπάρχουν. Βαδίζουν ήρεμοι και αρχέγονοι, δίχως διαστάσεις και αθέατοι για τα μάτια μας, όχι στους χώρους που γνωρίζουμε, αλλ’ ανάμεσα τους.

»Ο Γιογκ-Σοθόθ γνωρίζει την πύλη, γιατί ο Γιογκ-Σοθόθ Είναι η Πύλη. Ο Γιογκ-Σοθόθ είναι το κλειδί και ο φρουρός της πύλης. Παρελθόν, παρόν και μέλλον ό,τι υπήρξε, ό,τι υπάρχει και ό,τι θα υπάρξει είναι ένα και το αυτό για τον Γιογκ-Σοθόθ. Αυτός γνωρίζει από πού πέρασαν οι Παλιοί στο παρελθόν, και από πού θα ξαναπεράσουν πάλι στο μέλλον, όταν ο Κύκλος ολοκληρωθεί. Γνωρίζει και το γιατί κανείς δεν μπορεί να Τους δει εκεί όπου περπατούν.

»Μερικές φορές οι άνθρωποι καταλαβαίνουν ότι Εκείνοι βρίσκονται κοντά από την οσμή Τους, που είναι παράξενη για τα ρουθούνια και θυμίζει σαπισμένα πλάσματα. Όμως τη μορφή Τους κανένας άνθρωπος δεν μπορεί ν’ αντικρίσει ποτέ, αλλά μπορεί πολύ σπάνια να τη δει έμμεσα στα χαρακτηριστικά των τέκνων Τους που αποκτήθηκαν ύστερα από ανίερα ζευγαρώματα με ανθρώπους. Και είναι φοβερά στη θέα τα τέκνα Τους αυτά, αλλά τρις φοβερότερες είναι οι μορφές των γεννητόρων τους.

»Υπάρχουν διάφορα είδη από τα Τέκνα Τους αυτά, και στην όψη τους διαφέρουν εξαιρετικά από τη γνήσια μορφή του ανθρώπου. Ωστόσο αποτελούν την πλησιέστερη εικόνα και ομοίωση Εκείνων, των άυλων και αθέατων, που υπήρξαν οι γεννήτορές τους.

»Εκείνοι βαδίζουν αόρατοι. Βαδίζουν αποκρουστικοί σε ερημικούς τόπους, εκεί όπου ειπώθηκαν τα Λόγια και τελέστηκαν ηχηρά οι Τελετουργίες στην εποχή Τους. Και οι εποχές αυτές βρίσκονται στο αίμα και διαφέρουν από εκείνες που γνωρίζει ο άνθρωπος. Ο άνεμος ουρλιάζει άναρθρα με τις φωνές Τους· η Γη ψιθυρίζει με τις συνειδήσεις Τους. Αυτοί κάνουν τα δέντρα να λυγίζουν. Αυτοί σηκώνουν τα κύματα και αυτοί συντρίβουν τις πόλεις. Και, ωστόσο, ούτε το δάσος ούτε τα κύματα ούτε η πόλη μπορούν να δουν το χέρι που τα χτυπά.

»Το Καντάθ στις παγωμένες ερημιές τους γνωρίζει, αλλά ποιος άνθρωπος γνωρίζει το Καντάθ; Στην έρημο των πάγων του Νότου και στα βυθισμένα νησιά του ωκεανού υπάρχουν πέτρες με χαραγμένη πάνω τη σφραγίδα Τους, αλλά ποιος έχει δει την υπόγεια πόλη των πάγων ή το σφραγισμένο πύργο που από αιώνες τώρα τον στεφανώνουν φύκια και όστρακα; Ο μέγας Κθούλου είναι εξάδελφός Τους, αλλά ακόμη κι αυτός δεν μπορεί να τους δει παρά μονάχα αμυδρά.

»Η ράτσα των ανθρώπων τους γνωρίζει σαν κάτι το αποτρόπαιο. Τα χέρια Τους βρίσκονται για πάντα γύρω από το λαιμό του ανθρώπου, από την αρχή του χρόνου ως το τέλος της γνωστής αρχαιότητας. Αλλα κανείς δεν τους θωρεί και η κατοικία Τους συνυπάρχει με το φυλαγμένο κατώφλι σας. Ο Γιογκ-Σοθόθ είναι το κλειδί της πύλης εκεί όπου οι σφαίρες ανταμώνουν.

»Ο άνθρωπος εξουσιάζει τώρα εκεί όπου κάποτε εξούσιαζαν Εκείνοι- σύντομα Εκείνοι θα εξουσιάζουν πάλι εκεί όπου τώρα εξουσιάζει ο άνθρωπος. Μετά το καλοκαίρι έρχεται ο χειμώνας, και μετά το χειμώνα το καλοκαίρι. Περιμένουν, υπομονετικοί και δυνατοί, γιατί εδώ θα κυβερνήσουν πάλι. Και μετά τον ερχομό Τους κανείς δεν θα τους αμφισβητήσει την εξουσία, και όλοι θα υποταχθούν σ’ αυτή. Και εκείνοι που γνωρίζουν τις πύλες θα υποχρεωθούν να τους ανοίξουν το δρόμο, και θα τους υπηρετούν όπως Εκείνοι το επιθυμούν. Αλλά σ’ εκείνους που θα τους ανοίξουν το δρόμο άθελά τους,ο χρόνος τους μετά θα είναι λιγοστός.

ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΙ ΘΕΟΙ

»Έγινε τότε όπως τον είχαν προειδοποιήσει από παλιά. Τον πήραν οι Πρεσβύτεροι Θεοί που Εκείνος είχε αψηφήσει και τον καταπόντισαν στα αβυσσαλέα βάθη της θάλασσας. Εκεί τον έκλεισαν στον οστρακόντυτο πύργο που λέγεται ότι ορθώνεται ανάμεσα στα μεγάλα ερείπια της βυθισμένης πόλης (Ρ’λυέ), και τον φυλάκισαν εκεί, σφραγίζοντάς Τον με το Πρεσβύτερο Σημάδι. Και επειδή συνέχισε να λυσσομανά ενάντια σ’ Εκείνους που τον φυλάκισαν, αυτό προκάλεσε και πάλι την οργή Τους. Και έτσι οι Πρεσβύτεροι Θεοί στράφηκαν πάλι εναντίον Του για δεύτερη φορά, και τον πάγωσαν σε μια κατάσταση παρόμοια με το θάνατο, αλλά του επέτρεψαν να ονειρεύεται σ’ εκείνο τον τόπο κάτω από τα μεγάλα νερά.

Ύστερα οι Πρεσβύτεροι Θεοί επέστρεψαν στον τόπο από τον οποίο είχαν έρθει, στον Γκλύου-Βο, που βρίσκεται ανάμεσα στ’ αστέρια. Αλλά από καιρού σε καιρό κοιτάζουν κάτω στη Γη, τότε που τα φύλλα αρχίζουν να πέφτουν, την εποχή που ο γεωργός ξαναγυρίζει να θερίσει τους αγρούς του.

Και τώρα Εκείνος κείται και ονειρεύεται αιώνια, στον Οίκο Του στη Ρ’λυέ. Και γύρω Του μαζεύτηκαν όλοι οι υπηρέτες Του, παλεύοντας ενάντια σε κάθε εμπόδιο, και στάθηκαν εκεί να περιμένουν το ξύπνημά Του, ανήμποροι ν’ αγγίξουν το Πρεσβύτερο Σημάδι, φοβούμενοι τη μεγάλη του Δύναμη. Ήξεραν ότι ο Τροχός θα γύριζε ξανά, και Εκείνος θα ξυπνούσε για ν’ αγκαλιάσει πάλι τη Γη και να την κάνει βασίλειό του, αψηφώντας ξανά τους Πρεσβύτερους Θεούς.

Και τ’ αδέλφια του είχαν επίσης την ίδια τύχη. Τους πήραν Εκείνοι τους οποίους είχαν αψηφήσει και τους εξόρισαν μακριά. “Εκείνος Που Δεν Επιτρέπεται Να Ονομαστεί” εξορίστηκε στο απώτατο διάστημα πέρα από τ’ αστέρια, και ανάλογη αντιμετώπιση είχαν και οι άλλοι, ώσπου η Γη λευτερώθηκε από Αυτούς. Και Εκείνοι που έρχονταν με τη μορφή πύργων φωτιάς επέστρεψαν εκεί απ’ όπου είχαν έρθει και δεν τους ξαναείδε κανείς. Και σε όλη τη Γη επικράτησε ειρήνη. Αλλά οι υπηρέτες των Παλιών ποτέ δεν έπαψαν ν’ αναζητούν μέσα και τρόπους για να τους απελευθερώσουν. Περίμεναν, μέχρι που έφτασαν οι άνθρωποι και άρχισαν να ψάχνουν και αυτοί σε μυστικούς και απαγορευμένους τόπους, επιδιώκοντας να ανοίξουν την πύλη».



ΚΑΙ ΑΛΛΟΥ

»Οι Μεγάλοι Παλιοί είχαν αντιστοιχίες με τα λεγάμενα στοιχεία της φύσης – τη γη, το νερό, τον αέρα και τη φωτιά- ίσως γιατί αυτά ήταν το μέσο της εκδήλωσής τους. Αυτό, πέρα και ανεξάρτητα από τη μεταξύ τους αλληλεξάρτηση και τις εξωγήινες ιδιότητες που τους καθιστούσαν άτρωτους στις επιδράσεις τους χώρου και του χρόνου. Όπως και να ’χει, γεγονός είναι ότι οι Μεγάλοι Παλιοί αποτελούν μόνιμη απειλή όχι μονάχα γιο την ανθρωπότητα αλλά και για όλα τα πλάσματα της Γης. Στις αδιάκοπες προσπάθειές τους να ξαναγυρίσουν στη Γη τους βοηθούν οι πρωτόγονοι πιστοί και λάτρες τους, που κυρίως αποτελούνται από σωματικά και πνευματικά εκφυλισμένα άτομα. Σε μερικές περιπτώσεις, όπως είδαμε με τους, ιθαγενείς της Ποναπέ, οι πιστοί τους αυτοί παρουσιάζουν πραγματικές βιολογικές μεταλλάξεις.

»Ολοι αυτοί προσπαθούν να δημιουργήσουν ορισμένα ανοίγματα, μέσα από τα οποία θα μπορέσουν να περάσουν οι Μεγάλοι Παλιοί και οι εξωγήινοι υπηρέτες τους. Επίσης, προσπαθούν να τους καλέσουν από κει που βρίσκονται -όπου κι αν είναι αυτό- με ορισμένες τελετουργίες. Μερικές απ’ αυτές έχουν καταγραφεί, αποσπασματικά τουλάχιστον, από τον Άραβα Αμπντούλ Αλχαζρέντ. Πρόσθετα στοιχεία αναφέρουν και διάφοροι δευτερεύοντες συγγραφείς που ακολούθησαν, αφήνοντας κατά κάποιο τρόπο μια δική τους παράλληλη παράδοση.

Η πηγή όλων είναι κοινή, αλλά οι γνώσεις επαυξάνονται από διάφορα στοιχεία που ήρθαν στο φως μετά την εποχή του Άραβα. Λοιπόν, αυτοί οι Μεγάλοι Παλιοί, είναι γνωστοί με διάφορα ονόματα. Υπήρχαν ορισμένοι κατώτεροι στις τάξεις τους, που είναι και οι περισσότεροι. Αυτοί δεν είναι τόσο ελεύθεροι όσο οι υπόλοιποι λίγοι και αρκετοί από δαύτους υπόκεινται σε πολλούς από τους ίδιους, νόμους που εξουσιάζουν και την ανθρωπότητα.

Πρώτος ανάμεσά τους είναι ο Κθούλου, που υποτίθεται ότι είναι “νεκρός, αλλά ονειρεύεται” στην άγνωστη βυθισμένη πόλη της Ρ’ λυέ. Για την πόλη αυτή μερικοί έχουν γράψει ότι βρίσκεται στην Ατλαντίδα, άλλοι την τοποθετούν στη Μου και ορισμένοι στη θάλασσα στ’ ανοιχτά της Μασσαχουσέτης.

Στη συνέχεια έχουμε τον Χαστούρ, που συνήθως αποκαλείται “Εκείνος Που Δεν Επιτρέπεται Να Ονομαστεί” ή Χαστούρ ο Ακατονόμαστος. Γι’ αυτόν λέγεται ότι κατοικεί στη Μίλι, στον αστερισμό τωνΥάδων. Κατόπιν είναι ο Σουμπ Νιγκουράθ, μια φρικαλέα καρικατούρα θεού, ή θεάς, της γονιμότητας.

Κατόπιν ακολουθεί εκείνος που περιγράφεται σαν “Αγγελιοφόρος των Θεών”, ο Νυαρλαθοτέπ. Και τέλος έχουμε την πιο ισχυρή επέκταση των Μεγάλων Παλιών, τον φοβερό Γιογκ-Σοθόθ, που μοιράζεται την επικράτεια του Αζαθόθ, του τυφλού και ηλίθιου Θεού του Χάους στο κέντρο του Απείρου. Ο Νυαρλαθοτέπ συνοδεύεται συχνά από πλάσματα που περιγράφονται σαν “ηλίθιοι αυλιστές”. Οι Μεγάλοι Παλιοί έχουν, ως ένα σημείο, την ικανότητα να εμφανίζονται υπό διάφορες μορφές, αν και πιστεύεται ότι ο καθένας τους έχει κατά βάση τη δική του ταυτότητα και μορφή. Ο Αμπντούλ Αλχαζρέντ τον περιγράφει σαν “απρόσωπο”, ενώ ο Λούντβιχ Πριν στο βιβλίο του Ντε Βέρμις Μυστεριις αναφέρει, ότι ο Νυαρλαθοτέπ είναι το “μάτι που τα βλέπει όλα”. Ο Φον Γιούντστ, εξάλλου, στο Ουναουσπρέχλιχεv Κούλτεν λέει ότι ο Νυαρλαθοτέπ, όπως και ένας άλλος από τους Μεγάλους Παλιούς -υποθέτουμε ο Κθούλου- είναι στολισμένος με πλοκάμια.





ΚΑΙ ΑΛΛΟΥ

»Ήταν περικοπές που υπαινίσσονταν την ύπαρξη αποτρόπαιων εξωγήινων πλασμάτων που παραμόνευαν αδιάκοπα κάπου έξω από τον κόσμο. Ο Άραβας συγγραφέας τα ονόμαζε ‘Έκείνοι που Περιμένουν” και τους έδινε διάφορα ονόματα. Ένα μεγάλο απόσπασμα στο μέσον του πρώτου κομματιού μ’ εντυπώσιασε ιδιαίτερα.

»Ο Ούμπο-Σάθλα είναι η αξέχαστη πηγή από την οποία προήλθαν όλοι εκείνοι που αποτόλμησαν να ξεσηκωθούν ενάντια στους Πρεσβύτερους Θεούς οι οποίοι κυβερνούσαν από τον Μπετελγέζη, οι Μεγάλοι Παλιοί που πολέμησαν ενάντια στους Πρεσβύτερους Θεούς. Και αυτοί οι Μεγάλοι Παλιοί καθοδηγήθηκαν από τον Αζαθόθ, που είναι ο τυφλός και ηλίθιος θεός, και από τον Γιογκ-Σοθόθ, που είναι το Παν στο Ένα και το Ένα στο Παν. Για αυτούς δεν υπάρχουν δεσμά του χρόνου και του χώρου και γήινες όψεις τους είναι ο Ουμρ Ατ-Ταουίλ και οι Αρχαίοι.

»Οι Μεγάλοι Παλιοί ονειρεύονται αιώνια εκείνη τη μελλοντική εποχή, όταν για μιαν ακόμη φορά θα εξουσιάσουν τη Γη και όλο το σύμπαν του οποίου αποτελεί μέρος. Ο Μέγας Κθούλου θα αναδυθεί από την Ρ’λυέ, ο Χαστούρ, που είναι “Εκείνος Που Δεν Επιτρέπεται Να Ονομαστεί”, θα έρθει πάλι από το σκοτεινό άστρο που βρίσκεται κοντά στον Αλντεμπαράν στις Υάδες, ο Νυαρλαθοτέπ θα ουρλιάζει αιώνια στο σκοτάδι όπου κατοικεί, ο Σουμπ-Νιγκουρόθ, που είναι ο Μαύρος Τράγος με τα Χίλια Μικρά, θα γεννά και θα ξαναγεννά, και θα εξουσιάζει όλες τις νύμφες του δάσους, τους σάτυρους, τα εξωτικά και το Μικρό Λαό, ο Λοϊγκόρ, ο Ζαρ και ο Ιθάκουα θα διασχίσουν τους χώρους ανάμεσα στα άστρα και θα εξυψώσουν τους υποτακτικούς τους, που είναι οι Τσο-Τσο, ο Κθούγκα θα ανακτήσει το βασίλειό του από το άστρο Φόμλωτ, ο Τσαθόγκουα θα έρθει από το Ν’κάι …

»Όλοι αυτοί περιμένουν αιώνια στις Πύλες, γιατί η ώρα πλησιάζει, η ώρα φτάνει σύντομα, ενώ οιΠρεσβύτεροι Θεοί κοιμούνται, ονειρεύονται και αγνοούν ότι υπάρχουν εκείνοι που γνωρίζουν τα μαγικά δεσμά που έθεσαν επί των Μεγάλων Παλιών. Αυτοί θα μάθουν πώς να τα σπάσουν, όπως ήδη γνωρίζουν πώς να προστάζουν τους υποτακτικούς τους που περιμένουν Έξω, πέρα από τις πόρτες.

Το δεύτερο κομμάτι ήταν λίγο πιο κάτω, και ήταν εξίσου σημαντικό: «Προστασία από τους μαγγανευτές και τους δαίμονες, από τους Αβυσσαίους, τα Ντολ, τα Βούρμι, τους Τσο-Τσο, τους Αποτρόπαιους Μι-Γκο, τα Σογκόθ, τα Γκαστ, τους Βαλούσιους και όλες τις παρόμοιες ράτσες και τα πλάσματα που υπηρετούν τους Μεγάλους Παλιούς και τη Σπορά τους, προσφέρει το πεντάκτινο αστέρι που είναι σκαλισμένο σε γκρίζα πέτρα από το αρχαίο Μναρ, μόλο που είναι λιγότερο ισχυρό ενάντια στους ίδιους τους Μεγάλους Παλιούς.

»0 κάτοχος αυτής της πέτρας μπορεί να προστάζει όλα τα πλάσματα που έρπουν, κολυμπούν, μπουσουλάνε, περπατούν ή πετούν, ακόμη και ως την πηγή από την οποία δεν υπάρχει γυρισμός. Θα είναι ισχυρό τόσο στη Γιε όσο και στη μεγάλη Ρ’λυέ, τόσο στο Υ’χα-νθλέι όσο και στο Καντάθ, τόσο στον Γιουγκόθ όσο και στη Ζοθίκ, τόσο στο Ν’Κάι όσο και στο Κ’ν-γιάν, τόσο στο Καντάθ στην Παγωμένη Ερημιά όσο και στη λίμνη της Χάλι, τόσο στην Καρκόσα όσο και στην Ιμπ. Και ωστόσο, καθώς τα άστρα θα σβήνουν και θα παγώνουν, καθώς οι ήλιοι και τα διαστήματα ανάμεσα στα άστρα θα μεγαλώνουν, το ίδιο θα σβήνει και η δύναμη των πάντων -τόσο του πεντάκτινου αστεριού όσο και των δεσμών που έθεσαν οι καλοσυνάτοι Πρεσβύτεροι Θεοί στους Μεγάλους Παλιούς. Και θα έρθει μια εποχή, όπως είχε έρθει και άλλοτε, όταν θ’ αποδειχτεί ότι:

Δεν είν’ νεκρό εκείνο που αιώνια μπορεί να περιμένει,
Μα με το διάβα των παράξενων αιώνων ως κι ο Θάνατος μπορεί να πεθαίνει.





Διάβασα κείμενα από τα Πνακοτικά Χειρόγραφα από τα Αποσπάσματα της Κελαινώ, από το Έρευνα στα Μυθικά Πρότυπα των Σύγχρονων Πρωτογόνων με Ειδική Μνεία στο Κείμενο της Ρ’λυέ του καθηγητή Σρούσμπερυ, από το ίδιο το Κείμενο της Ρ’λυέ, από το Κυλτντε Γκουλ του κόμη ντ Έρλέτ, από το Ουναουσπρέχλιχεν Κούλτεν του Φον Γιούντστ, από το Ντε Βέρμις Μιστέριις του Λούντβιχ Πριν, από το Βιβλίο του Τζυάν, από το Ψαλμωδίες των Ντολ και, τέλος, από το Επτά Απόκρυφα Βιβλία του Χσαν. Διάβασα για τρομερές και βλάσφημες λατρείες από αρχαίες και προανθρώπινες εποχές, που είχαν διατηρηθεί σε ορισμένες ακατονόμαστες μορφές ως τις μέρες μας σε απόμακρες γωνιές της γης. Εντρύφησα σε δυσνόητες περιγραφές για ακαθόριστες προανθρώπινες γλώσσες με ονόματα όπως Άκλο, Ναακάλ, Τσαθό-γιο και Τσιάν.

Συνάντησα φρικαλέους υπαινιγμούς για αβυσσαλέα διαβολικές τελετουργίες και “παιχνίδια” όπως τις Μάο και Λοϋάθικ. Βρήκα πάμπολλες αναφορές σε ονόματα τόπων απίστευτης αρχαιότητας -για την Κοιλάδα του Πναθ, την Ούλθαρ, το Ν’γκάι και το Νγκρανέκ- για το Ουθ-Ναργκάι και τη Σαρνάθ την Καταδικασμένη, για το Θροκ και το Ινγκανόκ, για το Κυθαμίλ και τη Λεμουρία, για το Χάθεγκ-Κλα και το Χοραζίν, για την Καρκόσα, το Γιαντίθ, το Λομάρ και το Γιαν-Χο.

Και συνάντησα αναφορές και για άλλα πλάσματα, τα ονόματα των οποίων καταγράφονταν στον όλο εφιάλτη της απίστευτης και ανείπωπτης φρίκης, που γινόταν ακόμη πιο αβάσταχτη από τις συνοδευτικές περιγραφές συμβάντων που μπορούσαν να εξηγηθούν μονάχα στα πλαίσια αυτής της δαιμονικής παράδοσης. Βρήκα γνωστά και άγνωστα ονόματα, τρομακτικές περιγραφές και απλούς υπαινιγμούς για ασύλληπτες μορφές τρόμου σε αφηγήσεις για τον Γιγκ, τον τρομερό θεό-φίδι, για τον Άτλακ-Νάκα με την αραχνίσια μορφή, για τον Γκνοφ-Χεκ, για το «τριχωτό πλάσμα» που είναι γνωστό και σαν Ραν-Τεγκόθ, για τον Τσάουγκαρ Φάουγκν, τη βαμπιρική θεότητα, και για τα δαιμονικά λαγωνικά του Τίνταλος που τριγυρίζουν στις γωνιές του χρόνου.

Και, ξανά και ξανά, είδα ν’ αναφέρεται το όνομα του Γιογκ-Σοθόθ, του «Παν στο Ένα και Ένα στο Παν», η απατηλή μεταμφίεση του οποίου είναι ένα σύνολο από ιριδίζουσες σφαίρες που κρύβουν πίσω τους την αρχέγονη φρίκη του.

Διάβασα για όλα αυτά τα πράγματα που κανένας θνητός δεν θα ’πρεπε να ξέρει, και για καταστάσεις που θα εξανέμιζαν κάθε ίχνος λογικής από έναν ευαίσθητο ανθρώπινο νου. Αυτά τα πράγματα θα ήταν καλύτερα να καταστρέφονται, γιατί η γνώση τους μπορεί να κρύβει απίστευτα σοβαρούς κινδύνους για την ανθρωπότητα. Και φοβερή συνέπεια μπορεί να είναι η επιστροφή και επανακυριαρχία των Μεγάλων Παλιών, που εξορίστηκαν για πάντα από το αστρικό βασίλειο του Μπετελγέζη από τους Πρεσβύτερους Θεούς, την εξουσία των οποίων είχαν αψηφήσει αυτά τα δαιμονικά όντα.

»Σχετικά με τους Μεγάλους Παλιούς, έχει γραφτεί ότι πάντοτε περιμένουν στην Πύλη, και η Πύλη βρίσκεται σε όλους τους τόπους και όλες τις στιγμές, γιατί Εκείνοι δεν γνωρίζουν τι θα πει χρόνος και τόπος. Βρίσκονται σε όλο το χρόνο και σε όλους τους τόπους ταυτόχρονα, δίχως να φαίνεται αυτό. Και ανάμεσά τους υπάρχουν και Εκείνοι που μπορούν να λάβουν διάφορα σχήματα και πρόσωπα, οποιαδήποτε συγκεκριμένη μορφή ή όψη.

»Οι Πύλες γι’ αυτούς βρίσκονται παντού, αλλά πρώτη ήταν εκείνη που άνοιξα εγώ στην Ιρέμ, την Πόλη των Κιόνων, την πόλη κάτω από την άμμο. Αλλά όπου οι άνθρωποι στήσουν τις Πέτρες και επαναλάβουν τρις τα απαγορευμένα Λόγια, εκεί θα ανοίξει μια Πύλη και θα χρησιμοποιείται απόΕκείνους που Περνούν. Αυτοί μπορεί να είναι οι Ντολ ή οι φοβεροί Μι-Γκο, οι Τσο-Τσο ή οι Αβυσσαίοι- μπορεί να είναι οι Γκαγκ ή οι Κοκαλιάρηδες της Νύχτας, τα Σογκόθ ή τα Βούρμι ή τα Σαντάκ που φρουρούν το Καντάθ στην Παγωμένη Ερημιά και το Οροπέδιο του Λενγκ.

»Όλα αυτά είναι παιδιά των Πρεσβυτέρων Θεών, αλλά η Μεγάλη Φυλή του Γιθ και οι Μεγάλοι Παλιοί δεν μπόρεσαν να συμφωνήσουν οι μεν με τους δε, ούτε και οι δυο αυτοί με τους Πρεσβύτερους Θεούς. Έτσι διασπάστηκαν και οι Μεγάλοι Παλιοί πήραν τη Γη, ενώ η Μεγάλη Φυλή, επιστρέφοντας από τον Γιθ, διάλεξε για κατοικία της το μέλλον της Γης, που δεν γνωρίζουν ακόμη εκείνοι που ζουν στη Γη σήμέρα. Και εκεί περιμένουν μέχρι να έρθουν πάλι οι άνεμοι και οι Φωνές που τους έδιωξαν παλιά, και Εκείνος που Περπατά στους Ανέμους πάνω από τη Γη και στους χώρους που υπάρχουν αιώνιοι ανάμεσα στα Αστέρια.

Τότε θα επιστρέφουν, και στη μεγάλη αυτή Επιστροφή ο Μέγας Κθούλου θα απελευθερωθεί από τη Ρ’λυέ κάτω από τη θάλασσα. “Εκείνος Που Δεν Επιτρέπεται Να Ονομαστεί” θα έρθει από την πόλη Του, την Καρκόσα, που βρίσκεται κοντά στη λίμνη Χάλι. Ο Σουμπ-Νιγκουράθ θα φανερωθεί και θα γεννοβολήσει στη φρικαλεότητά Του. Και ο Νυαρλαθοτέπ θα μεταφέρει το μήνυμα σε όλους τους Μεγάλους Παλιούς και τους υπηρέτες Τους. Και ο Κθούγκα θα αγγίξει με το χέρι Του και θα σπείρει τον όλεθρο σε όλους εκείνους που του αντιστέκονται. Και ο τυφλός, ηλίθιος και κακόβουλος Αζαθόθ θα σηκωθεί από εκεί που αφρίζει και βλαστημά στο κέντρο όλων των Πραγμάτων, που το λένε Άπειρο. Και ο Γιογκ-Σοθόθ, που είναι τα Πάντα στον Ένα και ο Ένας στα Πάντα θα φέρει τις σφαίρες του. Και ο Ίθακουα θα βαδίσει πάλι. Και ο Τσαθόγκουα θα ξεπροβάλει από τα μαυροφώτιστα σπήλαια της Γης. Και μαζί θα κατακτήσουν τη Γη και όλα τα πλάσματα που ζουν σ’ αυτήν.

»Και όταν ο Κύριος της Μεγάλης Αβύσσου πληροφορηθεί την επιστροφή τους και καταφθάσει με τους Αδελφούς Του για να σκορπίσει το Κακό, θα ετοιμαστούν να δώσουν τη μάχη τους με τους Πρεσβύτερους Θεούς».

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Οποιαδήποτε περίληψη έργου του Λάβκραφτ είναι μια μνημειώδης αποτυχία και πάντοτε καταδικασμένη να αδικεί το αρχικό κείμενο. Ένα έναυσμα δίνω εδώ, στον περίεργο αναγνώστη για να αρχίσει να ξετυλίγει τον μίτο της αρχαίας γνώσης και να βγει (ίσως) από τον λαβύρινθο. Καμία μετάφραση των έργων του, εκτός ελαχίστων, δεν καταφέρνει να αποδώσει αληθινά το ατμοσφαιρικά γοητευτικό Λαβκραφτικό σύμπαν που εξελίσσονται οι ιστορίες του -και είχα την πολυτέλεια να τις μελετήσω από τα αρχικά κείμενα του. Ενα μέρος αυτού του σύμπαντος είναι η ιδιότροπη, περίεργη γραφή του και η παράξενη γλώσσα που χρησιμοποιεί. Αυτό μπορείς να το καταλάβεις μόνος σου αν διαβάσεις τα βιβλία στο πρωτότυπο. Κι εδώ η Δύναμη σου θα σε καθοδηγήσει για να βρεις την σωστή.

Ευτυχώς υπάρχουν εκατοντάδες καλλιτέχνες που μπορούν με την βοήθεια της τεχνολογίας να μας δώσουν εικόνες των Μεγάλων Παλαιών, σύμφωνα με τα γραπτά του Λάβκραφτ και άλλων σημαντικών συγγραφέων φαντασίας και υπερφυσικού τρόμου. Αν δεν μπορείς φίλε αναγνώστη να αντιμετωπίσεις έστω και σαν κείμενο ή εικόνα αυτά τα όντα και τις ενέργειες τους, τι σε κάνει να πιστεύεις ότι είσαι, κάτι, έστω και κατ’ επίφαση σημαντικό ή άξιο να ασχοληθεί μαζί σου κάποιος -όποιος Θεός!! και να σε σώσει !! ( … εδώ γελάνε και οι ρέγγες)

Μπορείς λοιπόν αναγνώστη να αντιληφθείς τι σκοπό εξυπηρετούν οι εκατοντάδες στοές και λαγούμια, οι θρησκείες, η ελίτ και τα δεκάδες απολειφάδια που κυβερνούν. Ποιούς υπηρετούν και για ποιόν σκοπό. Φυσικά όταν λέω κυβερνώντες και θρησκείες δεν αναφέρομαι στις μαριονέτες που δείχνουν στις δυσλειτουργικές μη τηλεπαθητικές μαϊμουδίτσες. Όχι φυσικά, υπάρχει άλλο σύμπαν για τις μαϊμούδες κι άλλο για την ελίτ. Τι νόμισες ίσα κι όμοια η μπριζολίτσα στο ψυγείο με τον Αφέντη!!!

@Ιων Μάγγος

Βιβλιογραφία: “Χ.Β. ΛΑΒΚΡΑΦΤ – ταξίδι στην μοναξιά του χρόνου” Παντελής Γιαννουλάκης






























































terrapapers.com