Τετάρτη 12 Αυγούστου 2015

ΤΑ ΦΑΡΜΑΚΑ ΑΛΛΑΖΑΝ, ΛΥΣΗ ΟΜΩΣ ΔΕΝ ΒΡΙΣΚΟΤΑΝ



Βιοανάδραση- Βιοσυντονισμός: Λύση σε ένα άλτυο πρόβλημα… Β” Μέρος

Τα χρόνια περνούσαν, οι κρίσεις αυξάνονταν, οι γιατροί έρχονταν και έφευγαν, τα φάρμακα άλλαζαν αλλά λύση δεν βρισκόταν. «Μην ανησυχείς, σίγουρα θα βρούμε λύση», ήταν συνήθως η πρώτη φράση οποιουδήποτε γιατρού άκουγε για το πρόβλημά μου. «Δεν είναι δυνατόν να μην έχουν βρει τίποτα τόσα χρόνια», μου έλεγαν. Αφού βέβαια ασχολείτο και αυτός – έκαστος – επισταμένα με το πρόβλημά μου, αφού μου συνταγογραφούσε ότι κατέβαζε το κεφάλι του, αφού έβλεπε ότι τα φάρμακα δεν μου έκαναν απολύτως τίποτα, αφού συζητούσε με άλλους γιατρούς και πάλι λύση δεν βρισκόταν, αφού με έστελνε σε μία άλλη «αυθεντία» στην ειδικότητά του, αφού, αφού, αφού… συνήθως κατέληγαν με τη φράση: «Ξέρουμε τι παθαίνεις, δεν ξέρουμε γιατί και πότε το παθαίνεις, δεν ξέρουμε ποια είναι η σκανδάλη που πυροδοτεί τις κρίσεις. Δυστυχώς αλλά θα ζήσεις με αυτό το πρόβλημα».

Το «δυστυχώς» βέβαια είχε αντικείμενο εμένα, όχι αυτούς τους ίδιους. Το «δυστυχώς» σταδιακά μου κατέστρεφε τη ζωή όλο και περισσότερο. Δεν θέλω να κατηγορήσω τους γιατρούς γιατί πραγματικά αρκετοί εξ’ αυτών έδειξαν μεγάλο ενδιαφέρον, ασχολήθηκαν με το πρόβλημά μου και αφιέρωσαν πολλές ώρες και αρκετή φαιά ουσία προκειμένου να με βοηθήσουν. Απλά δεν ήξεραν πως, δεν μπορούσαν να το ερμηνεύσουν, η δυτική ιατρική δεν τους είχε μάθει να ερμηνεύουν ανάλογα θέματα και η φαρμακολογία δεν βοηθούσε. Οπότε, αργά ή γρήγορα σήκωναν τα χέρια ψηλά.

Και οι κρίσεις αυξάνονταν.
Μη βρίσκοντας λύση αποφάσισα να απευθυνθώ στην ομοιοπαθητική. Με παρότρυναν προς αυτήν την κατεύθυνση και αρκετοί γιατροί. Πήγα λοιπόν και στους ομοιοπαθητικούς. Μου έδωσαν κάποια σκευάσματα (τα δικά τους φάρμακα), τα πήρα επί μακρόν (περίπου 3 χρόνια), και πάλι αποτέλεσμα μηδέν. Οι κρίσεις αυξάνονταν και η ζωή μου καταστρεφόταν. Εκείνη την εποχή διατελούσα Πρόεδρος της Νεολαίας της Συνομοσπονδίας Ευρωπαϊκών Συνδικάτων και μέλος της Συμβουλευτικής Επιτροπής του Συμβουλίου της Ευρώπης για θέματα νεολαίας. Ως εκ τούτου ταξίδευα πολύ, πάρα πολύ – περίπου 20 μέρες τον μήνα ήμουν σε ταξίδια εκτός Ελλάδος.

Φανταστείτε τώρα έναν άνθρωπο με το δικό μου πρόβλημα να πρέπει να γυρνάει τον κόσμο και να δίνει διαλέξεις, να χαράζει πολιτική, να συντονίζει διαδηλώσεις, κλπ, κλπ… Τώρα που το σκέφτομαι είναι απορίας άξιο ότι τα κατάφερα. Σε μερικά ταξίδια βέβαια δεν τα κατάφερνα, έπεφτα ξερός στο ξενοδοχείο, άρχιζα τους εμετούς και κατέληγα σε διάφορα νοσοκομεία. Είχα τρομάξει αρκετό κόσμο, αν και οι περισσότεροι συνεργάτες πλέον γνώριζαν το θέμα μου. Οπότε, απλά έπαιρνα μαζί μου λίγο «μαύρο» σε περίπτωση που χρειαστεί, με ότι κινδύνους αυτό συνεπάγεται για κάποιον που περνάει τα σύνορα 10-15 φορές το μήνα. Μάλλον στάθηκα τυχερός και τουλάχιστον δεν αντιμετώπισα ποτέ πρόβλημα με το νόμο. Αλλά αλλού θέλω να καταλήξω.

Σε ένα από αυτά τα ταξίδια μου, περίμενα να πάρω το αεροπλάνο της επιστροφής από το αεροδρόμιο Charles de Gaulles του Παρισιού. Κάθομαι στην αίθουσα αναμονής και διαβάζω ένα βιβλίο. Ακριβώς στην άλλη άκρη της αίθουσας, στα 200-300 μέτρα είναι και περιμένουν 7-8 «Χάρι Κρίσνα», αυτοί οι Θιβετιανοί μοναχοί με τους κίτρινους χιτώνες και τα ξυρισμένα κεφάλια. Όπως τους παρατηρώ, βλέπω ότι το ενδιαφέρον τους έχει στραφεί προς κάτι στην μεριά μου και μάλλον το συζητούν έντονα.

Αρχίζω να ψάχνω με τα μάτια μου γύρω μου, αριστερά, δεξιά και πίσω να δω μην είναι τίποτα παράξενο αλλά δεν βλέπω κάτι. Οπότε τους ξανακοιτάζω, μάλλον με απορία, ως προς το τι συζητούν. Εκείνη τη στιγμή, δύο από αυτούς ξεκόβουν από τους υπόλοιπους και αρχίζουν να έρχονται προς την μεριά μου. Τους βλέπω να περπατούν και να κοιτούν εμένα. Έχω αρχίσει να αντιλαμβάνομαι ότι μάλλον εμένα συζητούσαν, αν και ούτε ξέρω γιατί, ούτε είμαι σίγουρος. Τελικά φτάνουν μπροστά μου, με κοιτούν και μου λένε ένα “bonjour”, σε άπταιστα γαλλικά. Αντι-καλημερίζω με τη σειρά μου και τους κοιτάζω με έκδηλη πλέον απορία. «Δεν θέλουμε να σε ανησυχήσουμε, νεαρέ, αλλά έχεις πρόβλημα, μεγάλο πρόβλημα υγείας και έχει επιβαρύνει πολύ την αύρα σου», συνεχίζουν πάντοτε στα γαλλικά. «Βλέπουμε με μαύρη σκιά στην αύρα σου και αυτή είναι σαφής ένδειξη ότι υποφέρεις!».

Όπως αντιλαμβάνεστε έχω μείνει άναυδος. Η γραμματέας της Συνομοσπονδίας Ευρωπαϊκών Συνδικάτων, κα. Julianne Bir, με την οποία ταξίδευα μαζί και καθόταν δίπλα μου, έχει μείνει και αυτή σύξυλη. Ασφαλώς και γνώριζε το πρόβλημά μου και όλες τις ανεπιτυχείς προσπάθειες των γιατρών να με βοηθήσουν.

«Παρακαλώ καθήστε», τους λέω στα γαλλικά, κάθονται και τους εξιστορώ όλο μου το πρόβλημα. Από ότι ισχυρίστηκαν όλα τα προβλήματα υγείας αντικατοπτρίζονται στην αύρα μας και εάν εκπαιδεύσεις το μάτι σου να βλέπει την ανθρώπινη αύρα, συνεπακόλουθα μπορείς να ανιχνεύσεις και τους αντικατοπτρισμούς των προβλημάτων, οι οποίοι προσδίδουν μια κάποια απόχρωση του μαύρου στην φυσιολογικά λεύκή μας αύρα. Στη δική μου αύρα λοιπόν έβλεπαν σκούρα μαύρη απόχρωση, ένδειξη σοβαρών προβλημάτων.

Όπως μου εξήγησαν όλοι οι ανθρώπινοι οργανισμοί αντιμετωπίζουν κάποια προβλήματα και γι αυτό το λόγο όταν κοιτούσαν το πλήθος των ανθρώπων που ήταν μέσα στο αεροδρόμιο ελάχιστους μπορούσαν να «δουν» με καθαρή, λευκή αύρα. Ωστόσο, επικεντρώθηκαν σε εμένα – τους έκανα πραγματική εντύπωση και γι αυτό σηκώθηκαν να μου μιλήσουν – λόγω του έντονου της μαυρίλας. Ήταν γι αυτούς ένδειξη ότι το πρόβλημα είναι σοβαρότατο και αργά η γρήγορα δεν θα μπορούσε να οδηγήσει πουθενά αλλού παρά στο θάνατο. Είχα φρικάρει…

«Τι να κάνω; Οι γιατροί δεν μπορούν να με βοηθήσουν. Η ομοιοπαθητική δεν βοήθησε. Βελονισμό έκανα αλλά τίποτα (ξέχασα να αναφέρω ότι για περίπου ένα εξάμηνο είχα απευθυνθεί και σε έναν Κινέζο βελονιστή στην Αθήνα, πίσω από το Χίλτον, με καμία αξιοσημείωτη βελτίωση). Μπορείτε εσείς να με βοηθήσετε;», τους ρώτησα. «Εμείς όχι, αλλά αν έρθεις στο Θιβέτ, στο μοναστήρι μας, ο γκουρού μας σίγουρα μπορεί. Έχει γιατρέψει ανθρώπους με πολύ πιο βαριά αύρα, τους έχει κάνει «πεντακάθαρους» και όλα τα προβλήματά τους εξαφανίστηκαν», μου είπαν. Πήρα στοιχεία τους, τους χαιρέτησα και μπήκα στο αεροπλάνο. Ήταν ώρα να φύγω.

Για αρκετό καιρό δεν σκεφτόμουν τίποτα άλλο από αυτά που μου είπαν. Άρχισα να διαβάζω για ανάλογα θέματα, για αύρες, για γκουρού και σαμάνους, τις θεωρίες και φιλοσοφίες τους και είχα εκπλαγεί με το πολυδιάστατο της ανθρώπινης ύπαρξης, της ύπαρξης πέρα από την ύλη.

Ωστόσο, φύση δύσπιστος και φανατικά άθρησκος καθώς ήμουν, δύσκολα αποφάσιζα να τα πιστέψω. Σε όσους γιατρούς το ανέφερα, με εξαίρεση τον ψυχίατρό μου, ο οποίος ήταν πολύ διαβασμένος σε ανάλογα θέματα και πίστευε απόλυτα στην ενεργειακή δομή του ανθρώπου πέρα από την υλική, σωματική μας υπόσταση, η αντίδρασή τους ήταν να γελάσουν και να χλευάσουν ανάλογες θεωρίες. Βλέπεις η δυτική τους εκπαίδευση τους είχε μάθει να χειρίζονται το σώμα, να το δηλητηριάζουν με χημείες και να περιμένουν να αντιδράσει θετικά. Δεν τους κατηγορώ, απλά καταγράφω το γεγονός.

Ωστόσο λύση δεν βρισκόταν και το πρόβλημα μεγάλωνε. Και που δεν πήγα. Ο μακαρίτης ο πατέρας μου με γύρισε σε όλες τις «αυθεντίες», πλήρωσε ένα σωρό λεφτά, πραγματικά δεν μπορώ να υπολογίσω πόσα λεφτά έχουμε χαλάσει οικογενειακώς για γιατρούς, εξετάσεις και φάρμακα προκειμένου να γίνω καλά. Και αφού είδα ότι δεν γινόταν τίποτα, αντίθετα μάλιστα γινόμουν όλο και χειρότερα, αποφάσισα ότι τέρμα πλέον οι γιατροί και τα φάρμακα. Τα έκοψα όλα και δεν θα ξαναπήγαινα σε γιατρό. Είχα κουραστεί πολύ από την όλη ιστορία.

Ο πατέρας μου, η μάνα μου και τα αδέρφια μου δεν συμφωνούσαν και κατά καιρούς ανέφεραν και μία ακόμα αυθεντία. Σε μία κρίση στο πατρικό μου στην Πάτρα κάλεσαν τον καθηγητή νευρολογίας του Παν/μίου, στον οποίο είχαν αναφέρει το πρόβλημα και όταν το άκουσε είπε και αυτός να πάω να τον δω και θα έβρισκε λύση. Όταν ήρθε και με είδε, πήγε στους δικούς μου και τους είπε ότι ήμουν είτε ηρωινομανής είτε κοκαϊνομανής και αντιμετωπίζω στερητικό σύνδρομο. Ο πατέρας πήγε να πεθάνει, είχε ήδη ένα τριπλό μπαϊπάς και ένα εγκεφαλικό στο ενεργητικό του. Την άλλη μέρα, τα αδέρφια μου με τρόπο μου ανέφεραν ότι έπρεπε να πάω να κάνω αποτοξίνωση. Βγήκα από τα ρούχα μου με την ανευθυνότητα του κυρίου καθηγητή.

Πήγα και έκανα τοξικολογικές εξετάσεις για να τους αποδείξω ότι δεν έπαιρνα ηρωίνες, κακαΐνες ή κάτι ανάλογο. Έτσι μου ερχόταν να πάω να τον βρω τον γιατρό και να τον αρχίσω στις μπουνιές για το ότι πήγε να πεθάνει τον πατέρα μου. Δεν το έκανα, απλά τον πήρα ένα τηλέφωνο, του είπα τις εξετάσεις και τον έβρισα τον άσχετο. Τέλος πάντων.


naturopathy.gr

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου