Παρασκευή, 10 Ιουνίου 2016

Άγνωστη αρχαία δομή «κρυμμένη σε κοινή θέα» στην Πέτρα



[Από την πραγματεία του Πλουτάρχου για το δελφικό Ε. Μιλά ο δάσκαλος του συγγραφέα, ο πλατωνικός Αμμώνιος, και αποκαλύπτει το απόκρυφο νόημα του γράμματος:]

Νομίζω, λοιπόν, ότι το γράμμα Ε δε συμβολίζει ούτε αριθμό ούτε σειρά ούτε σύνδεσμο ούτε κάποιο άλλο από τα ελλιπούς σημασίας μόρια. Αλλά είναι μια αυτοτελής προσαγόρευση και προσφώνηση του θεού, η οποία με την εκφώνησή της κάνει αυτόν που την πρόφερε να συλλαμβάνει τη δύναμη του θεού. Γιατί ο θεός σε κάθε έναν που προσέρχεται εδώ απευθύνει το γνώθι σαυτόν σαν ενός είδους χαιρετισμό, ο οποίος δεν είναι σε καμιά περίπτωση κατώτερος από το «χαίρε». Εμείς, πάλι, απαντώντας στο θεό λέμε «εί-σαι» (=εἶ),[1] θεωρώντας ως αληθή, αψευδή και μόνη ταιριαστή μόνο σ’ εκείνον προσφώνηση αυτήν που σημαίνει το είναι…

…Τι είναι, λοιπόν, το όντως ον; Είναι το αιώνιο, το αγέννητο και άφθαρτο, στο οποίο χρόνος κανείς δεν προξενεί μεταβολή. Γιατί ο χρόνος είναι κάτι που βρίσκεται σε κίνηση και εμφανίζεται σε συνάρτηση με την κινούμενη ύλη, κάτι που πάντα ρέει και δε συγκρατεί τίποτα, σαν αγγείο φθοράς και γεννήσεως.


Σ’ αυτόν ανήκουν το «έπειτα» και το «πριν» και το «θα γίνει» και το «έχει γίνει», λέξεις που και μόνο με την εκφορά τους αποτελούν πάραυτα ομολογία του μη όντος. Γιατί είναι αφελές και άτοπο το να λες ότι υπάρχει αυτό που ακόμη δεν έχει υπάρξει στο είναι ή έχει ήδη παύσει να είναι. Όσο γι’ αυτό στο οποίο προπάντων βασίζουμε τη νόηση του χρόνου και προφέρουμε το «υπάρχει», το «είναι παρόν», το «τώρα», όταν η λογική προσπαθεί υπερβολικά να διεισδύσει μέσα του το χάνει. Γιατί το «τώρα» εκθλίβεται και διαχωρίζεται αναγκαστικά σε μέλλον και παρελθόν, σαν ακτίνα για εκείνους που θέλουν να τη δουν.

Αν, λοιπόν, η φύση (=υλικός κόσμος) που γίνεται αντικείμενο μέτρησης υφίσταται τις ίδιες μεταβολές με το υποκείμενο της μέτρησης, τότε κανένα τμήμα της δεν είναι σταθερό ή υπαρκτό, αλλά όλα γεννιούνται και φθείρονται ανάλογα με τη χρονική τους κατανομή. Επομένως, δεν επιτρέπεται και να λέει κανείς για το ον ότι υπήρξε ή θα υπάρξει. Γιατί αυτά είναι παρεκκλίσεις και μεταβάσεις και παραλλαγές αυτού που εκ φύσεως δεν μπορεί να παραμείνει στο είναι.

Όμως ο θεός υπάρχει —αν χρειάζεται να το πούμε- και υπάρχει όχι κατά οποιοδήποτε χρονικό μέτρο, αλλά κατά τον αιώνα τον ακίνητο, τον άχρονο, τον αμετάβλητο, που δεν έχει πριν και μετά, ούτε μέλλον και παρελθόν, ούτε παλιότερο και νεότερο. Αλλά ο θεός, όντας ένας, πληροί την αιωνιότητά του μέσα στο τώρα, και το μόνο που υπάρχει είναι αυτό που υπάρχει κατά τον τρόπο του θεού, δηλαδή αυτό που δεν υπήρξε ούτε θα υπάρξει και ούτε άρχισε ούτε θα τελειώσει.

Ως εξής, λοιπόν, πρέπει με σεβασμό να χαιρετίζουμε και να προσαγορεύουμε το θεό: είσαι. Και, μα το Δία, όπως ορισμένοι από τους παλαιούς: είσαι ένα. Γιατί το θείο δεν είναι πολλά, όπως ο καθένας από μας είναι ετερόκλιτο άθροισμα μυρίων διαφοροποιήσεων που οφείλονται στις μεταβολές μας, ένα ανακάτεμα πανηγυριού. Αλλά το Ον πρέπει να είναι ‘Ένα, όπως και το Ένα Ον, ενώ η ετερότητα, καθόσον διαφέρει από το ον, μεταπίπτει στη γέννηση του μη όντος.

[1] Δηλ. υπάρχεις. Στο πρωτότυπο εἶ, το οποίο είναι το β’ πρόσωπο ενικού ενεστώτα οριστικής του ρήματος είμί (=είμαι, υπάρχω). Οι άνθρωποι, λοιπόν, οι οποίοι αφιέρωσαν το Ε στους Δελφούς αναγνώριζαν στο θεό, σύμφωνα με τον Αμμώνιο, την ιδιότητα της ύπαρξης με την απόλυτη και πλήρη σημασία της, δηλ. τη μόνη αληθινή ύπαρξη. Ο Αμμώνιος αναπαράγει την πλατωνική διάκριση ανάμεσα στον υλικό κόσμο, ο οποίος δεν έχει αληθινή ύπαρξη, και την ιδέα, η οποία έχει αληθινή ύπαρξη, βάζοντας στη θέση της ιδέας το θεό.

Επιπλέον από art ant:

Ε ή ΕΙ = ΕΙ-σαι …το όντως Όν,
ο Α-ΕΙ ΩΝ(γεν. (Δ)Ω-ΝΤΟΣ) ΔΙΑ-ΝΟΗΤΟΣ/ΔΥ-ΝΑΤΟΣ & άρχ-ΩΝ ΝΟΥΣ

& …(Δ)ΕΙ, αυτό που πρέπει, που ο Άνθρωπος οφείλει να ΕΙ-ΝΑΙ,
ή να ΕΙ-σαι/be ΓΝΩΣΤΗΣ ΕΑΥΤΟΥ <ΓΝΩΘΙ ΣΑΥΤΟΝ

Δ= η Δομούσα & Δημιουργός Δύναμις
Ε= Εκτεινομένη
Ι= απαύστως τροφοδοτεί

Όταν ο Άνθρωπος απευθύνεται στον Απόλλωνα θεό/ΝΟΥ & αφού έχει προοδεύσει στο ΓΝΩΘΙ ΣΑΥΤΟΝ, όπως ο θεός τον συμβουλεύει, δύναται να τον αναγνωρίσει ως την μία & Α-ΕΙ ζώσα Δύναμη & να του αποτανθεί με το το εν Δελφοίς …Ε ή ΕΙ

ΧΡΟ-ΝΟΣ, (Κ,Γ,Χ)
ΧΑΡΑ ΝΟΟΣ
ΧΕΙΡ ΝΟΟΣ
ΧΕΙΡΩΝ
ΧΟΡΟς ΝΟΟΣ
ΧΩΡΟς ΝΟΟΣ
ΚΑΡΑ ΝΟΟΣ
ΚΕΡΙΝΟΣ
ΚΕΑΡ ΝΟΟΣ
ΚΗΡ ΝΟΟΣ
ΚΗΡΑΙΝΩ
ΚΗΡΟς ΝΟΟΣ
ΚΟΡΗ ΝΟΟΣ
ΚΡΑΝΑΟΣ
ΚΡΑΝΙΑ
ΚΡΑΝΙΟ
ΚΡΙΝΟ
ΚΡΙΝΩ
ΚΡΟΝΟΣ
ΚΥΡΑ ΝΟΟΣ
ΓΑΡ ο ΝΟΥΣ
ΓΑΡΟΥΝΑΣ/GARONA
ΓΕΡΑΝΙ
ΓΕΡΑΝΟΣ
ΓΕΡΟς ΝΟΥΣ
ΓΕΡΩΝ ΝΟΥΣ
ΓΗΡΑς ΝΟΟΣ
ΓΗς ΡΙΝΑ
ΓΗς ΡΙΝΗ
ΓΗς ΡΙΝΟΣ
ΓΡΑΝΑ-ζι ΝΟΟΣ
ΓΥΡΗ ΝΟΟΣ
ΓΥΡΟς ΝΟΟΣ

ΧΡΟΝΟΣ/ΚΡΟΝΟΣ/ΓΕΡΑΝΟΣ
Χ= τα Χοϊκά (υλικά Γεώδη σωματίδια)
Ρ= Ρέουν με Υπέρτατο Φωτισμό
Ο= από χώρον
Ν= διά Νοός & κατά Νόμον(Συμπαντικό)
Ος= προς περιωρισμένο χώρον
ΝΟς= του Νοός

ο ΚΡΟΝΟΣ/ΧΡΟΝΟΣ/ΓΕΡΑΝΟΣ, που τον Άνθρωπο(το …μη ΟΝ) ΓΥΡΝΑ σε ΓΥΡΟΥΣ, σαν του ΓΕΡΑΝΟΥ πτηνού & χορού, ΚΡΙΝΕΙ με το ΚΕΑΡ & ΚΕΡΑΣ από ΚΡΑΝΙΟΥ, με ΧΑΡΑ ΝΟΟΣ, τον ΚΗΡΑΙΝΕΙ(ασθενεί), τον ΓΗΡΑΙΝΕΙ(τον ΓΕΡΝΑΕΙ) & τον οδηγεί στην ΚΗΡΑ(θάνατο, μεταβολή κατάστασης), αφού λιώνει σαν το ΚΗΡΙΟ (ΚΕΡΙ)

art ant
ΕΛΛΗΝ ΛΟΓΟΣ
http://ramafa.gr/pinakas1.html

– Κήρ, ἡ, Κηρός, αιτ. Κῆρα, η θεότητα του θανάτου, απ’ όπου χαμός, όλεθρος, πεπρωμένο, σε Όμηρ.· ολόκληρο, Κὴρ Θανάτοιο, σε Ομήρ. Οδ.· Κῆρες Θανάτοιο, σε Ομήρ. Ιλ.· γενικά, όλεθρος, καταστροφή, βαρεῖα μὲν κὴρ τὸ μὴ πιθέσθαι, θλιβερός χαμός αν δεν υπακούσει, σε Αισχύλ.· κὴρ οὐ καλή, απρεπές όνειδος, σε Σοφ.
κῆρ, τό, συνηρ. από το κέαρ (όπως αν προερχόταν το ἦρ από το ἔαρ), καρδιά, Λατ. cor, σε Όμηρ.· δοτ. κῆρι, ως επίρρ., με όλη την καρδιά, ολόψυχα, στον ίδ.· στους Τραγ. πάντα κέαρ.
– κηραίνω, μέλ. -ᾰνῶ (κῆρ), είμαι άρρωστος στην καρδιά, ανήσυχος, ταραγμένος, σε Ευρ.
– ῥίν, ἡ, μεταγεν. τύπος αντί ῥίς.
– ῥῑνάω, μέλ. -ήσω (ῥίνη), λιμάρω, ρινίζω, σε Ανθ.
– ῥίνη[ῑ], ἡ, λίμα ή ξέστρο, ξύστρα, χοντρή λίμα, λέγεται για επίξεση ξύλων και μαρμάρων, σε Ξεν.
– ῥῑνόν, τό, 1. = ῥινός II. ακατέργαστο δέρμα ζώου, δορά, προβιά, δέρμα, τομάρι, σε Ομήρ. Ιλ. 2. = ῥινός II. 2, ασπίδα, σε Ομήρ. Οδ.
– ῥῑνός, -οῦ, ἡ, I. δέρμα ζωντανού ανθρώπου, σε Όμηρ. II. 1. δέρμα, τομάρι ζώου, ιδίως βοδιού, στον ίδ. 2. ασπίδα από δέρμα βοδιού, στον ίδ.
– ῥίς, ἡ, γεν. ῥῑνός, αιτ. ῥῖνα, πληθ. ῥῖνες· I. 1. μύτη, Λατ. nasus, σε Όμηρ., Ηρόδ. κ.λπ. 2. στον πληθ., ρουθούνια, αλλά και η μύτη, όπως το Λατ. nares, σε Ομήρ. Ιλ. κ.λπ. II. σωλήνας, αγωγός ή οχετός.

Γαρούνας ή Γκαρόν (γαλλικά: Garonne, οξιτανικά, καταλανικά και ισπανικά: Garona) είναι ποταμός ο οποίος διαρρέει τη νοτιοδυτική Γαλλία και τη βόρεια Καταλωνία (Ισπανία). Ο Γαρούνας πηγάζει από τα Πυρηναία και εκβάλει στον ποταμόκολπο Ζιρόντ. Στην αρχή έχει βορειοδυτική κατεύθυνση, κοντά στο Μοντρεζό στρίβει βορειοανατολικά και στην Τουλούζη πάλι βορειοδυτικά, ακολουθώντας αυτή την πορεία μέχρι το Ζιρόντ, για να καταλήξει στον Βισκαϊκό κόλπο, στον Ατλαντικό ωκεανό. Στην Τουλούζη, ο Γαρούνας εκβάλλει στη Μεσόγειο με το Κανάλ ντυ Μιντί. Ο ποταμός έχει μήκος 575 χιλιόμετρα, ενώ ο ποταμόκολπος Ζιρόντ περίπου 70 χιλιόμετρα. Κύριοι παραπόταμοι του Γαρούνα είναι οι Αριέζ, Ταρν και Λοτ, ενώ λίγο μετά το Μπορντό, δέχεται τα νερά του Ντορντόν και μαζί σχηματίζουν το Ζιρόντ. Ο ποταμός είναι σημαντικός για την ακτοπλοΐα, καθώς επιτρέπει σε μεγάλα πλοία να φτάνουν μέχρι το Μπορντό, ενώ μέσω του Κανάλ ντυ Μιντί μικρά πλοία μπορούν να φτάνουν μέχρι τη Μεσόγειο.



heterophoton

Αντιδράσεις:

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου